Friday, February 17, 2012

Unexpected Circumstances








Πάει πραγματικά αρκετός καιρός από τότε που έγραψα αφιέρωμα για Fanfic και οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι. Πρώτα απ’ όλα ακριβώς επειδή κι εγώ η ίδια «συγγράφω» και μάλιστα κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες, ο χρόνος για διάβασμα μειώνεται. Από την άλλη πάλι εκτός από Fanfic υποτίθεται πως είναι καλύτερο και πιο ουσιαστικό το να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο. Τρίτον είναι τόσα μα τόσα πολλά τα Fanfic στο Twilight Universe όπου γίνεται πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κάποιο. Και φυσικά για να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα αν ένα Fanfic είναι καλό ή όχι θα πρέπει να ξεκινήσει να το διαβάζει ώστε να μπορέσει να σχηματίσει άποψη. Αυτό για εμένα τελευταία έχει αρχίσει να γίνεται χάσιμο χρόνου, πραγματικά δεν προλαβαίνω να μπω στη διαδικασία, να ξεκινήσω κάτι και μετά να το αφήσω στη μέση επειδή τελικά δεν με ικανοποιεί, νιώθω ότι έχασα άδικα τον χρόνο μου. Αλλά πάντα υπάρχει αυτό το κάτι που μπορεί να κάνει τη διαφορά!

Μία από τις αγαπημένες μου συγγραφείς, η sheviking η οποία έχει αποσυρθεί τελευταία από τον χώρο επανήλθε με μία σύντομη ιστορία, το 'The night before Valentines day' που είναι μάλιστα συνέχεια ενός One Shot που είχε γράψει πριν περίπου ενάμιση χρόνο. Εφόσον η sheviking είναι από τις αγαπημένες μου ξεκίνησα να διαβάζω τη μίνι ιστορία της και μπορεί να πει κανείς ότι αυτή ήταν η αιτία ώστε να νοσταλγήσω τις παλιές καλές εποχές. Είχα πραγματικά αποθυμήσει το να χαθώ, να εθιστώ, να λατρέψω, να διαβάσω κάτι που να το σκέφτομαι πρωί, μεσημέρι, βράδυ!

Κυριακή βράδυ και αφού έχω «κουραστεί» από τις διάφορες δουλειές της ημέρας και σκέφτομαι παράλληλα να κάνω ένα διάλλειμα από τα δικά μου συγγραφικά θέματα μιας και το μυαλό μου δεν λειτουργεί, ρίχνω μία ματιά στο γνωστό σε όλους μας τόπικ στο Bella and Edward forum Fanfic Links’ και αρχίζω να ψάχνω.

Καταλήγω στο Unexpected Circumstances, ρίχνω μία ματιά στην περιγραφή, πηγαίνω στο FFnet, λέω να δώσω μία ευκαιρία στο πρώτο κεφάλαιο και από εκείνο το βράδυ μέχρι και το χτεσινό ζω για άλλη μία φορά έναν συγκλονιστικό έρωτα, μία εκπληκτική ιστορία αγάπης και μάλιστα εποχής!

Η ιστορία διαδραματίζεται στον μεσαίωνα και η Ιζαμπέλλα είναι μία από τις καμαριέρες της πριγκίπισσας Τζέσικα. Σε έναν αγώνα ο Σερ Έντουαρντ κερδίζει και ο βασιλιάς Άρο του δίνει για έπαθλο τη δυνατότητα να επιλέξει μία γυναίκα από το βασίλειο του για σύζυγο και τότε ο Έντουαρντ επιλέγει, σχεδόν στην τύχη θα έλεγε κανείς, την Ιζαμπέλλα!

Η πλοκή και οι περιγραφές της δημιουργού είναι απλά απολαυστικές! Με μεγάλη δεξιοτεχνία ξετυλίγει το κουβάρι της ταπεινής και αθώας Μπέλλα καθώς γίνεται σύζυγος ενός σκληρού άντρα που αρχικά η επιλογή της συζύγου του γίνεται καθαρά για πολιτικούς λόγους.

Ένας  Έντουαρντ, κληρονόμος ενός θρόνου που έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τον αληθινό έρωτα και ανακαλύπτει σιγά, σιγά τον ίδιο του τον εαυτό.

Δεκάδες σκευωρίες, πολιτικά σκάνδαλα, παιχνίδια εξουσίας, πόλεμος, πόνος, θάνατος, απαγωγές, ίντριγκες αλλά πάνω και πέρα απ’ όλα αληθινή, ουσιαστική αγάπη που τολμώ να πω ότι με τις πράξεις τους οι ήρωες ξεπερνάνε τους ίδιους τους, τους εαυτούς και εξυψώνονται στα μάτια του αναγνώστη.

Πρόκειται για μία ιστορία που κατά τη δική μου άποψη άνετα θα μπορούσε να ξαναγραφτεί αλλάζοντας πρόσωπα και τοποθεσίες και να γίνει βιβλίο γιατί το αξίζει και με το παραπάνω.

Δεν μετάνιωσα στιγμή για τα ξενύχτια που έκανα τις προηγούμενες ημέρες, δεν μετάνιωσα ακόμα και αν παραμέλησα τη δική μου συγγραφή για να διαβάσω αυτή την ιστορία. Εισέπραξα τόσα πολλά που απλά αισθάνθηκα γεμάτη και ολοκληρωμένη, τολμώ να πω ενθουσιασμένη που είχα την ευκαιρία να απολαύσω το ταλέντο τέτοιων αξιόλογων ανθρώπων όπως είναι αυτή η δημιουργός και μάλιστα με το αζημίωτο.

Το unexpected circumstances είναι μία ιστορία που θα μείνει μέσα στην καρδιά μου και ξέρω πως όταν τη σκέφτομαι πάντα θα σχηματίζεται ένα αυθόρμητο χαμόγελο στα χείλη μου. Το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω λοιπόν είναι να το μοιραστώ μαζί σας και είμαι σίγουρη ότι θα ανταμειφτείτε επάξια αν επιλέξετε να τη διαβάσετε.

Περάστε από το προφίλ της δημιουργού στο FFnet για να δείτε και άλλες ιστορίες που έχει γράψει:


Ή πολύ απλά κάντε μία επίσκεψη στο blog της:

http://shaysavage.blogspot.com/


Saturday, January 28, 2012

Desire Blossom - Epilogue



Σημείωμα του συγγραφέα: Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος ώστε να φτάσει και αυτή η ιστορία στο τέλος της. Τα συναισθήματα μου είναι ανάμεικτα μιας και μου είναι δύσκολο να αποχωριστώ τους αγαπημένους αυτούς ήρωες ενώ από την άλλη νιώθω ότι ήρθε η ώρα να κάνω το επόμενο βήμα, να πάω παρακάτω. Θέλω να ευχαριστήσω όλους εσάς που περιμένατε με κομμένη την ανάσα κάθε Σαββατοκύριακο για νέο κεφάλαιο. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω όσους με βοήθησαν να γίνω καλύτερη και στάθηκαν δίπλα μου σε κάθε ενδοιασμό που είχα. Βάσω, Βάσια, Ελίζα, Χρυσάνθη και Αλέξη σας ευχαριστώ ολόψυχα που με στηρίξατε από την αρχή μέχρι το τέλος. Κλείνοντας θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τους δημιουργούς των τραγουδιών που πήραν μέρος σε αυτή την ιστορία εν άγνοια τους… Η μουσική είναι πηγή ενέργειας και έμπνευσης, ικανή να δημιουργήσει εικόνες και συναισθήματα και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη και την πλοκή αυτής της ιστορίας.

χχχχ.









Επίλογος


‘Το άνθος του πόθου’


Περίπου έναν χρόνο αργότερα


‘Έντουαρντ’


Η Μπέλλα στεκόταν απέναντι μου γεμάτη νευρικότητα. Την είδα να δαγκώνει το κάτω χείλος της, είχε τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά στο στήθος της και έμοιαζε σαν να την περίμενε το εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν την αδικούσα, ούτε και σε εμένα άρεσαν αυτού του είδους οι εκδηλώσεις αλλά ήταν απαραίτητο και η παρουσία της αναγκαία.

‘‘Έτοιμη;’’ Ρώτησα σέρνοντας τα δάχτυλα μου ελαφρά πάνω στο μάγουλο της. Ένευσε καταφατικά κοιτάζοντας μέσα στα μάτια μου. Της χαμογέλασα ελπίζοντας ότι αυτό μου το χαμόγελο είχε την ικανότητα να της δώσει τη δύναμη που χρειαζόταν. Αυτή μου η κίνηση κατάφερε να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα μιας και εμφανίστηκε και στα δικά της χείλη ένα αδρό, ανεπαίσθητο χαμόγελο.

Άνοιξα την πόρτα, πέρασα πρώτος στην γεμάτη αίθουσα και την ένιωσα πίσω μου να με ακολουθεί. Τα φλας των φωτογραφικών μηχανών άστραψαν, σχεδόν μας τύφλωσαν. Κάθισα στη μέση του τραπεζιού, στη θέση μου και η Μπέλλα ακριβώς δίπλα μου. Κοίταξα μηχανικά το πλήθος, πήρα την κανάτα που υπήρχε μπροστά μου και γέμισα το ποτήρι μου. Ήπια μία γουλιά νερό και ασυναίσθητα άφησα το χέρι μου να ψάξει για το δικό της κάτω από το τραπέζι. Τα δάχτυλα μου τυλίχτηκαν γύρω από τα δικά της και με τον αντίχειρα μου έκανα μικρούς κύκλους στην ανάστροφη του χεριού της για να κατευνάσω την ένταση της που αισθανόμουν να τη διαπερνά και να αιωρείται στον αέρα.

‘‘Κύριε Κάλλεν, είστε έτοιμος;’’ Ακούστηκε η φωνή του εκπροσώπου των δημοσιογράφων.

‘‘Ναι.’’ Τον διαβεβαίωσα. Δόθηκε το σήμα και στην αίθουσα επικράτησε απόλυτη σιγή καθώς περίμεναν όλοι εμένα να ξεκινήσω. Δεν χρειαζόμουν χαρτιά, δεν είχα γράψει κάποιου είδους ‘λόγο’ για να εκφωνήσω, τα είχα όλα απλά και ξεκάθαρα μέσα στο μυαλό μου.

‘‘Καλημέρα σε όλους.’’ Ξεκίνησα. ‘‘Η Cullen Enterprises σας καλωσορίζει σε αυτή τη συνέντευξη τύπου για να σας ανακοινώσει την επίσημη κυκλοφορία του νέου λειτουργικού της συστήματος που λέγετε ‘Challenge’. Δημιουργός και σχεδιαστής του λειτουργικού αυτού συστήματος είμαι εγώ σε συνεργασία με τη σύζυγο μου, Ιζαμπέλλα Κάλλεν.’’ Τα στυλό έτρεχαν με ταχύτητα πάνω στα μπλοκ, οι κάμερες είχαν εστιάσει πάνω στο πρόσωπο μου ενώ τα φλας των φωτογραφικών μηχανών συνέχιζαν να αστράφτουν το ένα μετά το άλλο.

‘‘Η επίσημη ημέρα κυκλοφορίας του προγράμματος είναι αύριο και είμαστε σίγουροι ότι θα έχει την ανταπόκριση που περιμένουμε. Δεν σας κρύβω ότι όλο το προσωπικό όπως και η ομάδα δημιουργίας είμαστε ιδιαίτερα περήφανοι μιας και το λειτουργικό μας σύστημα είναι άτρωτο, απόλυτα θωρακισμένο και το μοναδικό που δεν κινδυνεύει να προσβληθεί από υιούς.’’ Χαμογέλασα ευχαριστημένος λέγοντας τα τελευταία λόγια.

‘‘Μπορούμε να συνεχίσουμε με τις ερωτήσεις;’’ Ρώτησε ο εκπρόσωπος τύπου.

‘‘Φυσικά.’’ Έδωσα την άδεια.

‘‘Κύριε Κάλλεν, καλή σας μέρα, εκπροσωπώ το περιοδικό Software Guardian. Είναι αλήθεια πως μας έχετε εκπλήξει στο παρελθόν με τις δημιουργίες σας αλλά ένα λειτουργικό σύστημα που δεν χρειάζεται προστασία από υιούς σημαίνει αυτόματα ότι θα ‘χτυπήσετε’ τις εταιρίες που κατασκευάζουν προγράμματα προστασίας. Δεν σας ανησυχεί αυτό;’’

‘‘Δεν με ανησυχεί καθόλου.’’ Απάντησα αυθόρμητα. ‘‘Σκοπός μας είναι να διασφαλίσουμε την πληροφορία, να την προστατεύσουμε και εμείς βρήκαμε τον τρόπο. Προσκαλούμε όλες τις εταιρίες του χώρου να συνεργαστούν μαζί μας και να επενδύσουν σε νέα προγράμματα βασισμένα στο δικό μας λειτουργικό σύστημα.’’

‘‘Κύριε Κάλλεν,’’ Ξεκίνησε ο επόμενος δημοσιογράφος, ‘‘από το κανάλι της τηλεόρασης RWC. Ακούγεται έντονα ότι ο εμπνευστής αυτού του προγράμματος είναι η σύζυγος σας ισχύει κάτι τέτοιο;’’

‘‘Μάλιστα, ισχύει.’’ Επιβεβαίωσα. ‘‘Η Μπέλλα είχε την ιδέα και όλοι εμείς οι υπόλοιποι ακολουθήσαμε τις υποδείξεις της, συνεργαστήκαμε και είμαι βέβαιος ότι το αποτέλεσμα θα σας εντυπωσιάσει.’’ Ένιωσα το χέρι της Μπέλλα να σφίγγεται με δύναμη γύρω από το δικό μου.

‘‘Θα ήθελα να κάνω μία ερώτηση στην κυρία Κάλλεν τότε.’’ Συνέχισε ο δημοσιογράφος.

‘‘Παρακαλώ.’’ Άκουσα τη φωνή της για πρώτη φορά μέσα σε εκείνη την αίθουσα.

‘‘Πως νιώθετε που καταφέρατε να φτάσετε τόσο ψηλά με αυτό σας το δημιούργημα; Έπαιξε κάποιο ρόλο η προσωπική σας σχέση με τον κύριο Κάλλεν;’’ Ήμουν έτοιμος να απαντήσω εγώ αντί για εκείνη αλλά δεν πρόλαβα.

‘‘Η προσωπική μας σχέση δεν έπαιξε κανέναν απολύτως ρόλο. Εργαζόμουν ήδη στην Cullen Enterprises όπως πιθανότατα γνωρίζετε πριν τον γάμο μου με τον Έντουαρντ. Τα επαγγελματικά μας σχέδια δεν έχουν καμία σχέση με την προσωπική μας ζωή.’’ Δήλωσε με σθένος.

Ακολούθησαν κι άλλες ερωτήσεις ευτυχώς ακίνδυνες που είχαν να κάνουν με τα επιμέρους θέματα. Ήξερα πως η Μπέλλα ανησυχούσε επειδή οι κακές γλώσσες θα πίστευαν ότι εκμεταλλεύτηκε την ‘θέση’ της συζύγου μου για να ανέβει επαγγελματικά. Όμως εγώ ήξερα καλύτερα από τον καθένα ότι δεν ήταν έτσι. Και εδώ που τα λέμε δεν μου καιγόταν καρφί… Η γυναίκα μου ήταν αξιόλογη και χαρισματική, θα κατάφερνε να πετύχει ακόμα και αν δεν την είχα γνωρίσει ποτέ. Ευχαριστούσα την καλή μου τύχη που την είχα στη ζωή μου, που ήταν σύντροφος μου και συνεργάτης μου στη δουλειά.

Η συνέντευξη τύπου τελείωσε και τη στιγμή που περάσαμε την έξοδο την είδα να αναστενάζει ευχαριστημένη και ολοφάνερα ανακουφισμένη. Καθώς επιστρέφαμε στο σπίτι αφέθηκε επιτέλους ελεύθερη να εκφράσει τις ανησυχίες της.

‘‘Δεν έπρεπε να με αναφέρεις καθόλου, στο είχα πει πως θα ήταν καλύτερο να μην ξέρουν πως ήταν δική μου ιδέα, κακώς το επιβεβαίωσες.’’ Γκρίνιαξε.

‘‘Λυπάμαι πολύ αλλά δεν σκόπευα να τους κάνω τη χάρη. Αξίζεις αυτή την επιτυχία.’’ Ήταν η αλήθεια.

‘‘Ειλικρινά, δεν έχω ανάγκη κάτι τέτοιο. Μου φτάνει που είμαστε μαζί, που πιστεύεις σε εμένα.’’ Ήξερα πως το εννοούσε αλλά εμένα δεν μου έφτανε, ήθελα όλος ο κόσμος να μάθει πόσο ικανή ήταν, πως ήμουν παντρεμένος με την πιο χαρισματική γυναίκα του κόσμου. Σίγουρα στο παρελθόν θα μου φαινόταν τουλάχιστον προσβλητικό να με ξεπερνά μία γυναίκα σε ικανότητες αλλά όχι πια. Την αγαπούσα, τη σεβόμουν, ήμουν περήφανος για εκείνη και πολύ τυχερός που την είχα στη ζωή μου. Της χρωστούσα ευγνωμοσύνη και αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος για να της το δείξω.

*~*~*~*~*~*

Ήμουν σίγουρος ότι όταν θα της ανακοίνωνα τα νέα θα ξεσπούσε καταιγίδα και σε όλη τη διαδρομή, από το γραφείο του δικηγόρου μου μέχρι το σπίτι άλλαξα πολλές φορές γνώμη.

Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερο να της το κρύψω και πως απλά κάποια στιγμή θα το μάθαινε αλλά συνειδητοποίησα πως αυτό θα ήταν χειρότερο. Όφειλα να την ενημερώσω εγώ ο ίδιος και να αντιμετωπίσω την όποια αντίδραση της.

Με περίμενε στο καθιστικό, το τζάκι ήταν αναμμένο και είχε ετοιμάσει διάφορες λιχουδιές για να γιορτάσουμε σε προσωπικό επίπεδο την επιτυχία του προγράμματος μας. Όπως ήταν αναμενόμενο από τις πρώτες κιόλας μέρες κάναμε τρελές πωλήσεις και η ζήτηση αυξανόταν συνεχώς.

‘‘Άργησες.’’ Ήταν η πρώτη λέξη που βγήκε από τα χείλη της μόλις με αντίκρισε στην πόρτα. Κούνησα το κεφάλι μου χωρίς να απαντήσω, κρέμασα το πανωφόρι μου και ύστερα πήγα και κάθισα δίπλα της φροντίζοντας να αφήσω μία απόσταση ανάμεσα μας γιατί δεν ήθελα να παρασυρθούμε προς το παρόν.

‘‘Πέρασα από τον δικηγόρο μου.’’ Μπήκα κατευθείαν στο ‘ψητό’ μιας και είχα μάθει πλέον να μιλάω ξεκάθαρα χωρίς υπεκφυγές.

‘‘Αλήθεια; Υπήρξε κάποιο πρόβλημα;’’

‘‘Όχι, απλά έπρεπε να κάνω κάτι.’’ Μίλησα σιγανά κοιτάζοντας τα χέρια μου.

‘‘Να σου βάλω ένα ποτήρι κρασί;’’ Ρώτησε εκείνη που οπωσδήποτε είχε καταλάβει ότι κάτι σοβαρό με απασχολούσε.

‘‘Ναι.’’ Συμφώνησα. Γέμισε ένα ποτήρι και μου το έδωσε. ‘‘Είναι η στιγμή που θα πρέπει να κάνουμε πρόποση για την επιτυχία μας;’’ Αναρωτήθηκε.

‘‘Πριν από αυτό θέλω να συζητήσουμε κάτι.’’

‘‘Έχει να κάνει με αυτή τη μυστηριώδη συνάντηση με τον δικηγόρο σου;’’ Φυσικά και το είχε καταλάβει.

‘‘Ναι.’’ Ο λαιμός μου είχε ξεραθεί.

‘‘Έντουαρντ, αν πω ότι δεν με έχει τρελάνει η περιέργεια και η ανησυχία θα είναι ψέματα.’’

‘‘Έχει να κάνει με τις μετοχές της εταιρίας.’’ Άφησα το ποτήρι μου πάνω στο τραπέζι.

‘‘Τι συμβαίνει; Αποφάσισε η Άλις να σου μεταφέρει το μερίδιο της;’’

‘‘Όχι.’’

‘‘Τότε;’’

‘‘Ο Κάρλαιλ όπως ξέρεις έχει το 49 της εκατό όπως κι εγώ.’’

‘‘Ναι, φυσικά, το γνωρίζω.’’

‘‘Μετέφερα το δικό μου 26 της εκατό.’’ Με κοίταξε σαστισμένη από την έκπληξη.

‘‘Σε ποιον το μετέφερες;’’ Έσφιξε τα δάχτυλα της γύρω από το ποτήρι της.

‘‘Σε εσένα.’’ Αναστέναξα.

‘‘Γιατί το έκανες αυτό;’’ Έδειχνε έξαλλη, σηκώθηκε από τη θέση της και βημάτισε νευρικά μέσα στον χώρο. ‘‘Έντουαρντ…’’ Δεν μπορούσε να βρει τις λέξεις.

‘‘Άκουσε με.’’ Παρακάλεσα αλλά δεν είχε αποτέλεσμα. Βέβαια ήμουν προετοιμασμένος, την περίμενα αυτή της την αντίδραση.

‘‘Όχι! Εσύ άκουσε με. Θα πας αύριο πάλι και θα αναστείλεις τη μεταφορά.’’ Είπε με ανεβασμένο τον τόνο της φωνής της.

‘‘Δεν σκοπεύω να το κάνω.’’ Ξεκαθάρισα.

‘‘Πως μπορώ να δεχτώ κάτι τέτοιο;’’

‘‘Είσαι η γυναίκα μου και μάλιστα ο βασικός δημιουργός του λειτουργικού μας συστήματος που έχει ήδη αποφέρει τεράστια κέρδη στην εταιρία.’’

‘‘Δεν θέλω χρήματα Έντουαρντ. Αυτή η επιχείρηση είναι οικογενειακή, τι δουλειά έχω εγώ με τις μετοχές σας;’’ Δυσανασχέτησε.

‘‘Μήπως θα πρέπει να επαναλάβω ότι είσαι γυναίκα μου;’’ Δεν ήθελα να θυμώσω και να χάσω τον έλεγχο αλλά η συμπεριφορά της δεν με βοηθούσε.

‘‘Τώρα έτσι όλοι θα νομίζουν ότι αυτός ήταν ο σκοπός μου, ότι είχα σχέδιο, πως ήθελα τα λεφτά σου…’’

‘‘Έχει σημασία για εσένα το τι πιστεύουν οι άλλοι; Εγώ κι εσύ ξέρουμε πως δεν είναι αλήθεια.’’ Είπα με νόημα.

‘‘Έντουαρντ δεν καταλαβαίνεις…’’ Έβλεπα πως με δυσκολία συγκρατούσε τον εαυτό της για να μην κλάψει. Ένιωθε προσβεβλημένη με αυτή μου την κίνηση.

‘‘Όχι, εσύ δεν καταλαβαίνεις.’’ Σηκώθηκα κι εγώ από τη θέση μου, στάθηκα αντικριστά της, έφερα τα χέρια μου πάνω στους ώμους της κοιτάζοντας τη βαθιά στα μάτια. ‘‘Εσύ είσαι η δική μου οικογένεια τώρα πια και κάποια στιγμή… κάποια στιγμή θα κάνουμε παιδιά.’’ Επιτέλους το είχα πει. Τα λόγια μου την έκαναν να μαρμαρώσει στη θέση της και το έβλεπα πως περνούσαν χιλιάδες σκέψεις μέσα από το μυαλό της. ‘‘Η ζωή είναι απρόβλεπτη και έφτασα πολύ κοντά στον θάνατο.’’ Της υπενθύμισα. ‘‘Θέλω να είμαι σίγουρος ότι θα είσαι εξασφαλισμένη αν μου συμβεί κάτι. Το υπόλοιπο των μετοχών μου θα περάσει στην Άλις και τότε οι δυό σας θα έχετε την πλειοψηφία.’’

‘‘Θεέ μου… τι σκέψεις κάνεις; Γιατί αφήνεις τον εαυτό σου να μπει σε μία τέτοια διαδικασία;’’

‘‘Είμαι ρεαλιστής. Κανείς μας δεν θα ζήσει για πάντα.’’

‘‘Έντουαρντ εγώ…’’ Τα δάκρυα έκαναν δειλά, δειλά την εμφάνιση τους.

‘‘Εσύ είσαι η γυναίκα μου, σε αγαπώ και ότι έχω είναι και δικό σου.’’ Όπως όλα έδειχναν η ένταση είχε αρχίσει να υποχωρεί ανάμεσα μας. Αποτραβήχτηκε και κάθισε πάλι στον καναπέ σκεφτική.

‘‘Εκείνο που είπες…’’

‘‘Ποιο απ’ όλα;’’ Κάθισα κι εγώ κοντά της.

‘‘Να, ότι θα κάνουμε παιδιά.’’ Πρόφερε δισταχτικά.

‘‘Ξέρω πως δεν το έχουμε συζητήσει ποτέ μέχρι τώρα αλλά θα το ήθελα.’’

‘‘Κι εγώ θα το ήθελα.’’ Τα μάγουλα της κοκκίνισαν και αυθόρμητα την τράβηξα κοντά μου, την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Τα χείλη μας συναντήθηκαν και αισθάνθηκα σαν να είχε φύγει ένα τεράστιο βάρος από πάνω μου.

‘‘Όχι ακόμα όμως.’’ Ψέλλισα. ‘‘Δεν σε έχω χορτάσει ακόμα. Είμαι πολύ μεγάλος εγωιστής και προς το παρόν σε θέλω μόνο για τον εαυτό μου, δεν είμαι έτοιμος να σε μοιραστώ ακόμα.’’ Είπα ενώ σκόρπιζα φιλιά στα μάγουλα και στα μαλλιά της.

‘‘Όταν όμως έρθει αυτή η μέρα θα μου υποσχεθείς ότι θα μεταφέρουμε αυτό το ποσοστό στο παιδί που θα κάνουμε.’’ Θέλησε να διαπραγματευτεί μαζί μου.

‘‘Δεν πρόκειται να κάνω καμία συμφωνία μαζί σου απόψε.’’ Δήλωσα. Το χέρι της ήρθε και κούρνιασε πάνω στο μάγουλο μου και τα χείλη της ήρθαν σε επαφή με τον λαιμό μου.

‘‘Μα αυτό είναι το δίκαιο.’’ Επέμενε.

‘‘Μην προσπαθείς να με τουμπάρεις με ερωτικά κόλπα.’’ Την προειδοποίησα. ‘‘Δεν υπάρχει δίκαιο και άδικο όταν αγαπάς.’’

‘‘Έντουαρντ…’’ Αναστέναξε. Έφερα τα δάχτυλα μου πάνω στα χείλη της και την υποχρέωσα να σωπάσει. Δεν είχε κανένα νόημα να πούμε περισσότερα, είχα ήδη πάρει τις αποφάσεις μου και ήξερα πολλούς, ανάρμοστους τρόπους για να την πείσω.

Η ιστορία μας είχε ξεκινήσει ανορθόδοξα, ο πόθος ήταν το έναυσμα, η σπίθα στο μπαρούτι αλλά σιγά, σιγά είχε ανθίσει μέσα στις καρδιές μας και είχε εξελιχτεί σε βαθιά και αμετάκλητη, αληθινή αγάπη. Δίπλα μου είχα τη γυναίκα που μου ταίριαζε και με συμπλήρωνε, με καταλάβαινε και με αγαπούσε όπως ήμουν, γι’ αυτό που ήμουν. Δεν υπήρχαν ανταλλάγματα και δεν έφταναν όλα τα πλούτη του κόσμου για να της το ανταποδώσω αλλά είχα μάθει πια καλά πως όταν αγαπάς δεν περιμένεις τίποτα πίσω. Άφησα τα μάτια μου να κλείσουν και αφέθηκα να παρασυρθώ από τα συναισθήματα μου τα οποία είχαν αποδειχθεί πιο σοφά σε σχέση με τη λογική μου. Όπως φαινόταν η καρδιά ήξερε πάντα ποιο δρόμο να ακολουθήσει αρκεί να την άφηνε κανείς ελεύθερη να αποφασίσει.
  

Wednesday, January 18, 2012

Insparation time Chapter 24 - Desire Blossom








Οι εικόνες μιλάνε από μόνες τους!























Sunday, January 15, 2012

Desire Blossom - Κεφάλαιο 24ο



Σημείωμα του συγγραφέα: Φτάνοντας στο τελευταίο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας θα ήθελα να το αφιερώσω στον αγαπημένο μου ο οποίος κατάγεται από το ομορφότερο μέρος του κόσμου, τη Σαντορίνη. Σύντομα θα ακολουθήσει ανάρτηση με φωτογραφίες που μου έδωσαν την αναγκαία έμπνευση για να το γράψω.
Καλή ανάγνωση!


Κεφάλαιο 24ο


‘Μπέλλα’

‘Απέραντο Γαλάζιο’


Μερικούς μήνες αργότερα


Αυτή η μοναδική αίσθηση χαλάρωσης και πληρότητας έκανε καλό στην ψυχολογία μου. Είχα χαλαρώσει τόσο πολύ πάνω σε εκείνο το κρεβάτι που αισθανόμουν τα μέλη μου σαν να ήταν φτιαγμένα από ζελέ. Ο νεαρός άνδρας από πάνω μου, μου χαμογέλασε αινιγματικά, πήρε το μπουκαλάκι με το λάδι και γέμισε τις χούφτες του.

Άθελα μου αφέθηκα να φανταστώ πως κάποιος άλλος ήταν εκείνος που ξεκούραζε τώρα τους πονεμένους μου μύες με τα μαγικά του δάχτυλα και κράτησα στο πίσω μέρος του μυαλού μου αυτή την εικόνα ελπίζοντας ότι θα είχα την ευκαιρία να την κάνω πραγματικότητα.

Η Άλις είχε κλείσει τα μάτια της απολαμβάνοντας επίσης το μασάζ που της προσέφεραν ενώ από τα χείλη της Μπρι ξέφευγαν κάθε τόσο επιφωνήματα ευχαρίστησης.

‘‘Νομίζω ότι δεν θα άρεσαν καθόλου στον Έρικ αυτές οι αντιδράσεις.’’ Σχολίασε η Άλις κάνοντας τη Μπρι να ανασηκώσει δήθεν ενοχλημένη το φρύδι της.

‘‘Πιστεύεις ότι θα άρεσε στον Τζάσπερ;’’ Της αντιγύρισε. Η Άλις δοκίμασε να κρατήσει κρυφό το γέλιο της.

‘‘Δεν προσπαθείς καν να συγκρατήσεις τον εαυτό σου.’’

‘‘Γιατί να το κάνω; Πρόκειται για χαλαρωτικό μασάζ, αυτός είναι ο σκοπός του, να το ευχαριστηθεί κανείς!’’ Γκρίνιαξε.

‘‘Εγώ πάλι αναρωτιέμαι πως με πείσατε να σας ακολουθήσω…’’ Μονολόγησα.

Τον τελευταίο καιρό εγώ και ο Έντουαρντ διανύαμε έναν αδιάκοπο μαραθώνιο καθημερινής τρέλας. Εργαζόμασταν υπερβολικά, μέχρι τελικής πτώσης. Δεν ήταν μόνο ότι είχαμε αναλάβει ένα σωρό νέες δουλειές αλλά είχαμε προσλάβει μία νέα ομάδα για τη διεκπεραίωση και τον σχεδιασμό των προγραμμάτων. Ο Έντουαρντ ήθελε να βγάλει κάποιο βάρος από πάνω του αλλά για να γίνει αυτό θα έπρεπε πρώτα να επιλέξουμε προσεχτικά τους νέους αυτούς συνεργάτες.

Για μήνες βλέπαμε κόσμο, αναλύαμε βιογραφικά, υποβάλαμε σε αρκετά τεστ τους υποψήφιους, αναγκαστήκαμε μάλιστα να κάνουμε εξονυχιστική έρευνα για το παρελθόν του καθενός. Χρειαζόμασταν ανθρώπους αξιόπιστους και τίμιους που θα έπαιρναν στα σοβαρά τη δουλειά τους. Ήμουν βέβαιη πως είχαμε κάνει σωστές επιλογές.

Και επί τέλους μετά από τόσο καιρό σκληρής δουλειάς η ομάδα είχε στηθεί, ήταν έτοιμη για δράση. Το καλοκαίρι είχε φτάσει, η ζέστη μας έκανε όλους να ανυπομονούμε και να αναζητούμε απεγνωσμένα λίγη ξεκούραση και διακοπές. Ο Έντουαρντ εντελώς ξαφνικά μου είχε ανακοινώσει το προηγούμενο βράδυ ότι οι δυό μας θα είχαμε άδεια για τις επόμενες ημέρες. Στην αρχή αντέδρασα και προσπάθησα να τον κάνω να αλλάξει γνώμη.

Υπήρχαν ένα σωρό εκκρεμότητες ακόμα, οι διακοπές μπορούσαν να περιμένουν αλλά ήταν ανένδοτος. Σχεδόν καυγαδίσαμε, κάτι που είχε πάρα πολύ καιρό να συμβεί, καταλήγοντας όπως συνήθως στο τέλος στο κρεβάτι, φουρκισμένοι συναγωνιζόμενοι σε έναν υποτιθέμενο αγώνα δύναμης που γνώριζα ότι ήμουν εξ’ αρχής χαμένη.

Οι σκέψεις της προηγούμενης βραδιάς σε συνδυασμό με τα έμπειρα χέρια εκείνου που χάιδευε τώρα τους ώμους μου καταλήγοντας μέχρι τη μέση μου και πάλι πίσω δεν βοηθούσε την κατάσταση.

Το ίδιο πρωί οι δύο καλύτερες μου φίλες πέρασαν από το σπίτι και με πήραν μαζί τους με το έτσι θέλω για ένα ‘μαραθώνιο ομορφιάς’ όπως το αποκάλεσε η Άλις. Η Μπρι και ο Έρικ είχαν επιστρέψει στο Σικάγο για λίγες μέρες. Θα έφευγαν σύντομα για τον Καναδά μιας και ξεκινούσαν εκεί τα γυρίσματα μίας Χολιγουντιανής ταινίας.

Η Άλις πάλι ξεκουραζόταν μιας και η σχολή της είχε διακοπές. Απ’ όσο ήξερα τελευταία ξόδευε τον καιρό της οργανώνοντας με λεπτομέρειες ένα ταξίδι για εκείνη και τον Τζάσπερ σε κάποιο εξωτικό μέρος.

Αφού τελειώσαμε με το μασάζ ακολουθήσαμε το πρόγραμμα το οποίο προφανώς είχε επιμεληθεί η Άλις που έλεγε μανικιούρ, πεντικιούρ και φρεσκάρισμα μαλλιών. Η αλήθεια ήταν ότι είχα πάρα πολύ καιρό να προσφέρω κάποιου τέτοιου είδους πολυτέλεια στον εαυτό μου. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ αλλά διασκέδαζα πραγματικά παρέα με τις φίλες μου, μου είχαν λείψει και οι δύο τόσο πολύ αλλά δεν παραπονιόμουν. Βρήκαμε την ευκαιρία να πούμε πάρα πολλά και να αναπληρώσουμε τον χαμένο χρόνο.

‘‘Λοιπόν, σειρά έχει η αποτρίχωση.’’ Η Άλις φύσηξε το κατακόκκινο, λαμπερό βερνίκι στα νύχια της για να στεγνώσει. Ήταν άβαφη, κάτι που πολύ σπάνια συνέβαινε αλλά έδειχνε πολύ όμορφη, τα μάτια της είχαν εκείνη τη λάμψη που λάτρευα να βλέπω όταν κοίταζα κατάματα τον άντρα που αγαπούσα. Είχαν τη λάμψη των Κάλλεν.

‘‘Αποτρίχωση;’’ Μία γκριμάτσα τρόμου διαγράφηκε στο πρόσωπο της Μπρι.

‘‘Μα και βέβαια. Μη μου πεις πως…’’ Η Άλις κοίταξε την Μπρι με απορία.

‘‘Το αποτριχώνω!’’ Δήλωσε η Μπρι χωρίς αναστολές. ‘‘Δεν μου αρέσει να μοιάζω με αρκούδα!’’

‘‘Εσύ Μπέλλα;’’ Με ρώτησε η Άλις με ενδιαφέρον.

‘‘Εγώ τι;’’ Προσπάθησα να αποφύγω να απαντήσω. Συνήθιζα να φροντίζω τον εαυτό μου μόνη μου και αποτρίχωνα το επίμαχο σημείο όσο καλύτερα μπορούσα.

‘‘Κατάλαβα…’’ στα χείλη της σχηματίστηκε μία γραμμή δυσαρέσκειας. ‘‘Εδώ το κάνουν όλο.’’ Μίλησε ψιθυριστά και αυθόρμητα έστρεψα τη ματιά μου σε εκείνη.

‘‘Όλο;’’ Ρώτησα με έκπληξη.

‘‘Όλο Μπέλλα! Δεν θα μείνει τίποτα.’’ Η πληροφορία αυτή δημιούργησε ανάμεικτα συναισθήματα μέσα μου. Σίγουρα δεν ήταν το καλύτερο μου να καθίσω με τα πόδια ανοιχτά και να πονάω αλλά από την άλλη ήξερα με βεβαιότητα ότι το αποτέλεσμα θα ξετρέλαινε τον Έντουαρντ! Το δίλλημα ήταν μεγάλο…

‘‘Εγώ δεν θα πάρω!’’ Πετάχτηκε η Μπρι.

‘‘Εσύ θα χάσεις!’’ Η Άλις ανασήκωσε τους ώμους της κοιτάζοντας τώρα εμένα ερευνητικά.

‘‘Εγώ λέω να δοκιμάσω.’’ Μίλησα δισταχτικά.

‘‘Έτσι μπράβο!’’ Η Άλις χτύπησε παλαμάκια από τη χαρά της.

‘‘Ναι βέβαια… έχει γίνει σεξουαλικό αντικείμενο στα χέρια του Έντουαρντ Κάλλεν!’’ Με κατηγόρησε η Μπρι.

‘‘Πίστεψε με, αν το δοκιμάσεις θα βγεις κερδισμένη.’’ Ένα μυστηριώδες χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της Άλις.

‘‘Θα μπορούσα να ακούσω τα πλεονεκτήματα;’’ Άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον. Στη συνέχεια η Άλις ξεκίνησε να μιλάει με γαργαλιστικές λεπτομέρειες για τα πλεονεκτήματα που προσέφερε μία πλήρης αποτρίχωση. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό να την κοιτάζω. Πως ήταν δυνατόν να έχει δοκιμάσει τόσα πολλά στο κρεβάτι αυτό το κορίτσι;

‘‘Εντάξει, εντάξει ως εδώ!’’ Την έκοψα. ‘‘Δεν θέλω να ακούσω περισσότερα!’’

‘‘Γιατί σοκάρεσαι;’’

‘‘Είσαι η αδελφή του Έντουαρντ! Δεν νομίζεις πως αυτό είναι αρκετό;’’ Αναστέναξα.

‘‘Είσαι πουριτανή Μπέλλα, ποιος θα το φανταζόταν ότι ο αδελφός μου θα έμπλεκε με μία τέτοια γυναίκα;’’ Γέλασε ανάλαφρα αλλά δεν μπήκα στη διαδικασία να σχολιάσω τα λόγια της.

Μεταφερθήκαμε στο δωμάτιο για την αποτρίχωση και η νεαρή γυναίκα με περιποιήθηκε κατάλληλα. Διαπίστωσα ότι ο πόνος δεν ήταν ανυπόφορος όπως φοβόμουν. Το αποτέλεσμα με έκανε να μείνω με το στόμα ανοιχτό. Η κοπέλα μου έδωσε τον καθρέφτη για να ελέγξω την περιοχή αλλά της τον έδωσα πίσω ρίχνοντας μόνο μία γρήγορη ματιά. Σε καμία περίπτωση δεν ήμουν ‘πουριτανή’ όπως με είχε κατηγορήσει η Άλις νωρίτερα. Οι πράξεις μου το μαρτυρούσαν αλλά προτιμούσα να κρατώ αυτού του είδους τις λεπτομέρειες για τον εαυτό μου και τον αγαπημένο μου.

Είχε φτάσει το απόγευμα όταν βγήκαμε επιτέλους από το κέντρο αισθητικής και αφού αποχαιρέτησα τις κοπέλες μπήκα σε ένα ταξί για να με γυρίσει στο σπίτι. Την τελευταία στιγμή η Άλις έχωσε το κεφάλι της μέσα από το παράθυρο και ψιθύρισε κάτι στο αυτί του οδηγού.

‘‘Άλις, τι κάνεις;’’ Εκείνη απλά μου έριξε μία ματιά με χαμόγελο.

‘‘Μπορείς για μία μόνο φορά να με εμπιστευτείς;’’ Τα μάτια της με κοίταξαν με υποτιθέμενη συμπόνια.

‘‘Τι σκαρώνεις πάλι;’’

‘‘Ο Έντουαρντ σε περιμένει.’’ Είπε και αφού απομάκρυνε τον εαυτό της από το αυτοκίνητο μου έκλεισε το μάτι. Μαζί με τη Μπρι μου κούνησαν το χέρι ενώ ο οδηγός ξεκίνησε.

‘‘Μπορώ να μάθω που πηγαίνουμε;’’ Ρώτησα ελπίζοντας ότι θα μου το αποκάλυπτε. Με κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

‘‘Κύριε,’’ ξεκίνησα για να παραπονεθώ αλλά δεν με άφησε να ολοκληρώσω την πρόταση μου.

‘‘Λυπάμαι αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να αρνηθεί μία τόσο μεγάλη αμοιβή.’’ Μου αποκάλυψε. Δεν είχα δει την Άλις να τον πληρώνει, τι στο καλό γινόταν; Βολεύτηκα καλύτερα στο κάθισμα και αποφάσισα ότι δεν είχε νόημα να προσπαθήσω να μάθω περισσότερα. Προφανώς η Άλις μαζί με τον Έντουαρντ είχαν ετοιμάσει μία έκπληξη για εμένα.

Καθώς προχωρούσαμε μέσα τους φωτισμένους, πολυσύχναστους δρόμους της πόλης άρχισα να απορώ με την πορεία που ακολουθούσαμε. Ήμουν σίγουρη πως κατευθυνόμασταν προς το αεροδρόμιο.

‘‘Μάλλον έχει γίνει κάποιο λάθος.’’ Πήγα να διαμαρτυρηθώ αλλά ο οδηγός συνέχισε χωρίς να μου δίνει καμία σημασία. Έβγαλα το τηλέφωνο από την τσάντα μου και κάλεσα τον αριθμό του Έντουαρντ. Το άφησα να χτυπήσει αρκετές φορές αλλά δεν πήρα καμία απάντηση. Ακριβώς όπως το υποψιαζόμουν φτάσαμε στο αεροδρόμιο και ο οδηγός σταμάτησε ακριβώς έξω από την πύλη των αναχωρήσεων.

‘‘Δεν σκοπεύω να ταξιδέψω!’’ Του δήλωσα.

‘‘Λυπάμαι, αυτές τις εντολές είχα.’’ Δικαιολογήθηκε εκείνος. Πριν προλάβω να δημιουργήσω θέμα η πόρτα άνοιξε και ο Έντουαρντ στεκόταν απ’ έξω φρεσκαρισμένος και όμορφος με ένα λαμπερό χαμόγελο διαγεγραμμένο πάνω στα τέλεια χείλη του. Τον κοίταξα για μία στιγμή και όλες οι προηγούμενες σκέψεις μου πήγαν περίπατο. Άπλωσα το χέρι μου και εκείνος το άγγιξε βοηθώντας με να βγω έξω. Ο Έντουαρντ πλήρωσε τον οδηγό και εκείνος έφυγε.

‘‘Μπορώ να μάθω τι σημαίνουν όλα αυτά;’’ Δεν μου άρεσαν οι εκπλήξεις, εκείνος το ήξερε καλύτερα από τον καθένα αυτό.

‘‘Κάθε πράγμα στην ώρα του.’’ Απάντησε λακωνικά και ύστερα έσκυψε ελαφρά επιτρέποντας στα χείλη του να έρθουν σε επαφή με τα δικά μου. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τον αυχένα του και ανταποκρίθηκα στο φιλί του σαν υπνωτισμένη.

‘‘Δεν θέλουμε να χάσουμε το αεροπλάνο.’’ Αποτραβήχτηκε μαλακά.

‘‘Περίμενε, περίμενε!’’ Τον υποχρέωσα να σταματήσει και να με κοιτάξει. ‘‘Που θα πάμε; Θέλω να πω δεν έχω τίποτα μαζί μου.’’ Πως θα ταξίδευα εφόσον δεν είχα ούτε καν τα απαραίτητα;

‘‘Μην ανησυχείς γι’ αυτό, έχω φροντίσει εγώ για όλα.’’ Με καθησύχασε. ‘‘Όσο για τον προορισμό μας είναι έκπληξη.’’

‘‘Θα μπορούσες να μου το έχεις πει.’’ Παραπονέθηκα.

‘‘Αν το είχα κάνει δεν θα είχα τώρα την ευχαρίστηση να απολαμβάνω αυτό το σοκαρισμένο βλέμμα στο πρόσωπο σου. Δεν σε πάω σε θάλαμο βασανιστηρίων Μπέλλα. Πάμε διακοπές.’’ Δήλωσε, έσφιξε το χέρι μου και με υποχρέωσε να τον ακολουθήσω.

‘‘Για πόσο θα λείψουμε;’’ Αγωνιζόμουν να ακολουθήσω το ταχύ του βήμα.

‘‘Για όσο μας κάνει κέφι!’’

‘‘Μα…’’ πήγα να διαμαρτυρηθώ πάλι αλλά δεν πρόλαβα να αρθρώσω ούτε καν μία λέξη. Σταμάτησε, με έπιασε από τους ώμους και με κοίταξε βαθιά στα μάτια.

‘‘Εγώ κι εσύ πάμε διακοπές. Για τις επόμενες ημέρες δεν θέλω να ξανακούσω τη λέξη ‘δουλειά’ ή να δω την οποιαδήποτε ανησυχία σχετικά. Κάνε μου τη χάρη να το απολαύσεις.’’ Παρακάλεσε. Ένευσα καταφατικά μη έχοντας καμία άλλη δικαιολογία να προβάλω. Ήθελα να του κάνω τόσες πολλές ερωτήσεις τη στιγμή που περνάγαμε τον έλεγχο, τα είχε ετοιμάσει όλα και δεν ήξερα καν που στο καλό με πήγαινε όμως δεν τόλμησα να ρωτήσω τίποτα.

Μπήκαμε στο αεροπλάνο και ανακάλυψα ότι θα ταξιδεύαμε στην πρώτη θέση. Τη στιγμή που ξεκίνησαν οι ανακοινώσεις και ετοιμαζόμασταν για την απογείωση, διαπίστωσα πως ο προορισμός μας ήταν το Λονδίνο.

‘‘Γιατί πάμε στην Αγγλία;’’ Χαμογέλασα αινιγματικά ευχαριστημένη με τον εαυτό μου που είχα κάνει αυτή την ανακάλυψη.

‘‘Απλώς θα περάσουμε.’’ Μου ανταπέδωσε το χαμόγελο και παρόλο που θα έπρεπε να εκνευριστώ ανασήκωσα απλώς τους ώμους μου πεπεισμένη ότι δεν σκόπευε να μου αποκαλύψει τίποτα περισσότερο.

Λίγη ώρα αργότερα, ενώ βρισκόμασταν πια πολύ ψηλά στον ουρανό και καθώς οι αεροσυνοδοί μάζευαν τους δίσκους του φαγητού αισθάνθηκα ξαφνικά πολύ κουρασμένη. Όλη η ένταση των προηγούμενων ημερών με είχε καταβάλει ακόμα και αν δεν το καταλάβαινα και έτσι απλά αποκοιμήθηκα χωρίς να προσπαθήσω ιδιαίτερα. Όταν ξύπνησα πρόσεξα τα πυκνά σύννεφα όπου από μέσα τους ξεπεταγόταν δειλά, δειλά ο ήλιος. Έριξα μία ματιά δίπλα μου και είδα τον Έντουαρντ να κοιμάται παραδομένος. Το κεφάλι του είχε γύρει ελαφρά προς το πλάι, το χέρι του ήταν ακουμπισμένο πάνω στο γόνατο μου και λαχταρούσα να σκύψω και να του δώσω ένα φιλί στα χείλη αλλά δεν θέλησα να χαλάσω τον ύπνο του. Είχε δίκιο, χρειαζόμασταν και οι δύο διακοπές, εκείνος μάλιστα περισσότερο από εμένα μιας και τον τελευταίο χρόνο ήταν πολλά αυτά που είχε περάσει. Έμεινα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο, τον ουρανό ενώ παράλληλα έκανα προσπάθειες για να μαντέψω τον τελικό προορισμό μας.

‘‘Ξύπνησες;’’  Τα χείλη του ήρθαν σε επαφή με τον λαιμό μου και ρίγη ευχαρίστησης διαπέρασαν το κορμί μου.

‘‘Πριν λίγο. Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να κοιμήθηκα τόσο βαθιά.’’ Πραγματικά απορούσα.

‘‘Μμμ…’’ Τεντώθηκε νωχελικά και το χέρι του βρήκε το δικό μου.

‘‘Δεν θα μου πεις που πηγαίνουμε έτσι;’’ Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

Οι αεροσυνοδοί έκαναν την εμφάνιση τους λίγη ώρα αργότερα και ξεκίνησαν να σερβίρουν το πρωινό. Άνοιξαν τα παράθυρα και η καμπίνα γέμισε φως. Ο πιλότος μας ενημέρωσε πως σύντομα θα φτάναμε στο βροχερό Λονδίνο.

Προσγειωθήκαμε και ακολούθησα τον Έντουαρντ ενώ ήμουν έτοιμη να σκάσω από περιέργεια. Ανακάλυψα πως θα παίρναμε άλλη πτήση, το Λονδίνο ήταν απλά ένας ενδιάμεσος σταθμός. Επιβιβαστήκαμε για μία ακόμα φορά και άθελα μου άρχισα τη γκρίνια.

‘‘Η Άλις… τα ήξερε όλα και δεν μου είπε τίποτα. Και η Μπρι! Πες μου, ήταν και αυτή στο κόλπο;’’

‘‘Παραδέχομαι ότι η βοήθεια τους ήταν πολύτιμη. Αν και… κάποια στιγμή τις άφησα μόνες τους γιατί δεν υπήρχε τρόπος να τα βγάλω πέρα μαζί τους.’’

‘‘Δεν καταλαβαίνω.’’

‘‘Δυσκολεύονταν να συνεννοηθούν όσον αφορά τα απαραίτητα που χρειάζεται μία γυναίκα σε ένα ταξίδι.’’ Το στραβό του χαμόγελο έκανε την εμφάνιση του.

‘‘Τις έβαλες να ετοιμάσουν τα πράγματα μου;’’ Γούρλωσα τα μάτια μου σοκαρισμένη.

‘‘Ζήτησα τη βοήθεια τους και μπορείς να φανταστείς τη συνέχεια.’’

‘‘Θεέ μου…’’ Αυτές οι δύο ήταν ικανές να γεμίσουν τη βαλίτσα μου με θεατρικά κοστούμια!

‘‘Μην ανησυχείς.’’ Αναστέναξε. ‘‘Αν δεν σου αρέσουν μπορούμε να πάρουμε άλλα, καινούρια, ότι χρειάζεσαι.’’

‘‘Θα τα είχαμε αποφύγει όλα αυτά αν απλά μοιραζόσουν τα σχέδια σου μαζί μου.’’

‘‘Όχι.’’ Το δάχτυλο του βρέθηκε κάτω από το πηγούνι μου. ‘‘Τίποτα και κανένας δεν θα μου χάλαγε αυτή την έκπληξη.’’ Με τράβηξε κοντά του και με φίλησε μπλοκάροντας τον εγκέφαλο μου. Τρεισήμισι ώρες αργότερα προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο της Αθήνας.

‘‘Ελλάδα;’’ Ανασήκωσα το φρύδι μου. Είχα ακούσει πολλά γι’ αυτή τη χώρα αλλά το μόνο που ήξερα ήταν πως είχαν πολλά αρχαία και πλούσια ιστορική κληρονομιά. Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου ότι θα ταξίδευα σε ένα τόσο μακρινό μέρος. Που θα έβρισκα τόσα χρήματα για να το κάνω άλλωστε;

‘‘Περίπου…’’ Ήταν η απάντηση του. Για άλλη μία φορά συνεχίσαμε για άλλη πτήση και είχα πραγματικά αρχίσει να κουράζομαι.

‘‘Ήταν ανάγκη να ταξιδέψουμε τόσο μακριά;’’

‘‘Απ’ ότι φαίνεται θα πρέπει κανείς να κάνει θυσίες και υπομονή για να φτάσει στον παράδεισο.’’ Μου έκλεισε το μάτι.

Η διάρκεια της τελευταίας πτήσης ήταν μόνο είκοσι λεπτά. Λίγη ώρα μετά την απογείωση και αφού σερβιρίστηκαν τα αναψυκτικά μας ενημέρωσαν ότι σύντομα θα προσγειωνόμασταν στη Σαντορίνη. Ένα ελληνικό νησί λοιπόν, αυτός ήταν ο προορισμός μας. Ο Έντουαρντ με κοίταξε διαβάζοντας μέσα στα μάτια μου την έκπληξη. Από ψηλά δεν μπορούσα να διακρίνω πολλά καθώς πλησιάζαμε. Έμοιαζε με μία κουκίδα γης μέσα στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε και μαγεύτηκα από την ομορφιά των χρωμάτων. Λευκό, κόκκινο, γαλάζιο και μαύρο, ένας μαγευτικός συνδυασμός που πλημμύρισε την καρδιά μου και με έκανε να ανυπομονώ. Προσπάθησα να θυμηθώ αν είχα ξανακούσει κάτι γι’ αυτό το μέρος αλλά δεν είχε αποτέλεσμα.

‘‘Πανέμορφο…’’ Ψιθύρισα εκστασιασμένη και ο Έντουαρντ πήρε το χέρι μου φέρνοντας το μέχρι τα χείλη του εναποθέτοντας ένα απαλό φιλί. ‘‘Σ’ ευχαριστώ.’’ Είπα μόνο.

‘‘Φαίνεται καλύτερο απ’ ότι στις φωτογραφίες.’’ Εξομολογήθηκε.

‘‘Ήταν δική σου επιλογή;’’ Αναρωτήθηκα.

‘‘Βοήθησε λίγο και η Άλις.’’

Όταν φτάσαμε πήραμε ένα ταξί και ο Έντουαρντ έδωσε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου που θα μας φιλοξενούσε. Η διαδρομή διήρκησε περίπου μισή ώρα και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη από την ομορφιά που με είχε κατακλύσει. Είχα συνέχεια το κεφάλι μου γυρισμένο παρατηρώντας και την παραμικρή λεπτομέρεια. Απόκρημνοι, χαοτικοί γκρεμοί απλώνονταν μέχρι τα βάθη της θάλασσας που αγκάλιαζαν με μανία τους βράχους, το νερό περιέβαλε κάθε κομμάτι γης ενώ τα σπίτια ήταν χτισμένα στην κυριολεξία πάνω στην άκρη των γκρεμών. Περάσαμε μέσα από χωριά, διασχίσαμε βουνά αλλά κάθε τόσο το γαλάζιο ξεπετιόταν υπενθυμίζοντας μου ότι βρισκόμουν στ’ αλήθεια στον παράδεισο.

Το ταξί σταμάτησε έξω από έναν παραδοσιακό ξενώνα. Δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ξενοδοχείο αυτό το μέρος και ήμουν πολύ περίεργη να δω το δωμάτιο που θα μας φιλοξενούσε. Εντυπωσιάστηκα από την πρώτη στιγμή που περάσαμε την είσοδο. Η διακόσμηση και η προσεγμένη αρχιτεκτονική μου πήραν το μυαλό. Είχα σταθεί και κοιτούσα εντυπωσιασμένη σαν ένα μικρό παιδί. Το λευκό και το γαλάζιο επικρατούσαν κι εκεί, οι πίνακες που κρέμονταν απεικόνιζαν καταγάλανες θάλασσες, περιστοιχισμένες από πέτρα λευκή, κόκκινη και μαύρη. Ανυπομονούσα να ανακαλύψω όλες τις ομορφιές αυτού του τόπου και σιωπηλά ευχαριστούσα τον Έντουαρντ για την επιλογή του.

Στάθηκα στο πλάι του όσο εκείνος κανόνιζε το θέμα της κράτησης μας. Μία μεσόκοπη, ευγενική γυναίκα που μας συστήθηκε ως Μαργαρίτα μας καλωσόρισε και μας έδωσε τα κλειδιά του δωματίου.

‘‘Η Ελένη θα σας συνοδεύσει.’’ Ένευσε σε μία νεαρή κοπέλα με μαύρα μάτια και ίσια, λεία κατάμαυρα μαλλιά. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δεκαοχτώ χρονών. Οι άνθρωποι εκεί έμοιαζαν να έχουν έρθει από κάποιο άλλο πλανήτη, μακριά από την πολυσύχναστη ζωή της πόλης, δεμένοι και ταιριασμένοι απόλυτα με τη μαγεία αυτού του τόπου.

Ακολουθήσαμε την Ελένη, βγήκαμε και πάλι έξω, κατεβήκαμε μερικά σκαλιά και η θέα μου έκοψε την ανάσα. Έμοιαζε σαν να βρισκόμαστε στο πιο ψηλό μέρος του κόσμου, καρφωμένοι σαν απόκοσμοι Θεοί έχοντας την πολυτέλεια να απολαύσουμε την ομορφιά στο έπακρο. Πλησίασα στην άκρη, στο περβάζι και θαύμασα το τοπίο. Η θάλασσα έμοιαζε να καταπίνει κάθε πόντο στεριάς, οι βράχοι έδειχναν προκλητικά επικίνδυνοι αλλά και τόσο γοητευτικοί ταυτόχρονα, ο ήλιος έλουζε με τις αχτίδες του το νερό κάνοντας το να αντανακλά και να σκορπίζει το φως του παντού. Παρατηρούσα αχόρταγη την κάθε λεπτομέρεια εκστασιασμένη. Η ματιά μου εστίασε στο κέντρο, σε εκείνο το στρογγυλό, κατάμαυρο κομμάτι στεριάς που έμοιαζε σκοτεινό και ακατοίκητο, άδειο από ζωή.

‘‘Αυτό είναι το ηφαίστειο.’’ Πρόφερε ο Έντουαρντ πίσω μου μαντεύοντας τις σκέψεις μου.

‘‘Ηφαίστειο;’’ Αναρωτήθηκα εντυπωσιασμένη.

‘‘Δεν έχεις ακούσει ποτέ; Κάποτε μάλλον το νησί ήταν μεγαλύτερο, το ηφαίστειο βρισκόταν κάπου στο κέντρο ώσπου έγινε η έκρηξη και δημιουργήθηκε αυτό που βλέπεις τώρα.’’ Έτσι μπορούσε να εξηγήσει κανείς τους γκρεμούς και τα χρώματα. ‘‘Λένε πως κάπου στο βάθος της θάλασσας κρύβεται η χαμένη Ατλαντίδα.’’ Ψιθύρισε στο αυτί μου και με έκανε να ανατριχιάσω ολόκληρη. Γύρισα και τον αντίκρισα, το χαμόγελο του με έκαψε, ζέστανε την καρδιά μου. Ήθελα εκείνη τη στιγμή να πέσω στην αγκαλιά του να τον ευχαριστήσω για την έκπληξη του, που με είχε φέρει σε ένα τόσο όμορφο μέρος αλλά με την άκρη του ματιού μου είδα την Ελένη να μας περιμένει έχοντας το βλέμμα της καρφωμένο στο πάτωμα. Άπλωσα το χέρι μου και άγγιξα το δικό του, τα δάχτυλα μας πλέχτηκαν, αρκέστηκα σε ένα δειλό χαμόγελο και τον τράβηξα για να ακολουθήσουμε την κοπέλα.

Η Ελένη μας ξενάγησε στον χώρο που θα μας φιλοξενούσε για τις επόμενες ημέρες. Μόλις εκείνη τη στιγμή διαπίστωσα ότι δεν ήξερα καν για πόσο θα μέναμε και κάτι μου έλεγε ότι ο Έντουαρντ δεν σκόπευε να μου αποκαλύψει. Αποφάσισα ότι δεν με ένοιαζε, είχε έρθει η ώρα να κάνουμε διακοπές και σκόπευα να ευχαριστηθώ την κάθε στιγμή, το κάθε λεπτό που θα περνούσαμε εκεί.

Το δωμάτιο έμοιαζε περισσότερο με ένα μικρό διαμέρισμα έτοιμο να ικανοποιήσει κάθε απαίτηση μας. Ξεκινήσαμε πρώτα από το μικρό καθιστικό όπου θα μπορούσε να καθίσει κανείς εκεί για να απομονωθεί ή να ξεκουραστεί. Από το παράθυρο φαινόταν στον ορίζοντα η θάλασσα. Στο βάθος ήταν μία υπερσύγχρονη αλλά παραδοσιακή κουζίνα και στο τέλος με έκδηλο δισταγμό μας έδειξε το υπνοδωμάτιο. Το στόμα μου άνοιξε διάπλατα από την έκπληξη. Το κρεβάτι ήταν στην κυριολεξία τοποθετημένο μέσα σε έναν βράχο, οι τοίχοι αγκάλιαζαν κυκλικά τον χώρο, τα σκεπάσματα ήταν κατάλευκα με μία αραχνοΰφαντη κουνουπιέρα στο κεφαλάρι ενώ υπήρχαν παντού φρέσκα λουλούδια όπου η μυρωδιά τους με ζάλισε.

Οι ματιές μας με τον Έντουαρντ διασταυρώθηκαν και οπωσδήποτε είχα κοκκινίσει στη σκέψη και μόνο του τι θα ακολουθούσε πάνω σε εκείνο το κρεβάτι. Δεν ήθελα να το σκέφτομαι, απλά ανυπομονούσα…

Η Ελένη πιάνοντας μάλλον την ένταση στην ατμόσφαιρα απομακρύνθηκε και εγώ την ακολούθησα παίρνοντας βαθιές ανάσες. Ανακάλυψα στη συνέχεια ότι με περίμενε μία ακόμα έκπληξη. Στην άλλη άκρη του δωματίου, χτισμένη επίσης μέσα σε έναν βράχο υπήρχε μία πισίνα. Ο Έντουαρντ ανασήκωσε το φρύδι του ικανοποιημένος τη στιγμή που την αντίκρισε.

Σειρά είχε το μπάνιο όπου η Ελένη απλά το έδειξε και συνέχισε αλλά εγώ στάθηκα κι εκεί για να παρατηρήσω τις λεπτομέρειες. Η παραδοσιακή πέτρινη μπανιέρα ήταν γεμάτη με νερό και ροδοπέταλα σαν να μας περίμενε υπομονετικά. Ο Έντουαρντ είχε σταθεί στην πόρτα και με παρατηρούσε προσπαθώντας με δυσκολία να κρύψει το στραβό του χαμόγελο. Τον προσπέρασα με το κεφάλι σκυφτό και ακολούθησα την Ελένη που είχε βγει στο μπαλκόνι.

Οπωσδήποτε ένα τέτοιο δωμάτιο δεν το είχε φανταστεί ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα αλλά βγαίνοντας στην βεράντα η καρδιά μου άρχισε να χτυπά άρρυθμα και τρελά στη θέα του ονειρεμένου τοπίου. Όλη εκείνη η ομορφιά απλωνόταν στην κυριολεξία στα πόδια μας, θα είχαμε την ευκαιρία να την απολαμβάνουμε κάθε ώρα, κάθε στιγμή και ήμουν βέβαιη ότι δεν θα μπορούσα να ξεκολλήσω από εκεί. Ένας πέτρινος καναπές γεμάτος από άνετα μαξιλάρια σε προκαλούσε να ξαπλώσεις επάνω του και να μείνεις εκεί για πάντα.

Όπως όλα έδειχναν η Ελένη είχε τελειώσει την ξενάγηση της και ο Έντουαρντ την ακολούθησε για να την ευχαριστήσει.

‘‘Αν χρειαστείτε τίποτα πατήστε το εννέα στο τηλέφωνο.’’ Άκουσα τα τελευταία της λόγια.

‘‘Λοιπόν;’’ Πλησίασε ο Έντουαρντ μόλις μείναμε μόνοι, πήρε το χέρι μου μέσα στο δικό του, το έφερε μέχρι τα χείλη του και εναπόθεσε ένα τρυφερό φιλί.

‘‘Δεν έχω λόγια…’’ Αναστέναξα. ‘‘Να μην τολμήσω να ρωτήσω πόσο κοστίζει όλο αυτό;’’

‘‘Μπέλλα…’’ Το όνομα του βγήκε σαν ψίθυρος ανάμεσα από τα χείλη του και αισθάνθηκα ένα ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου. ‘‘Δεν είναι πολλές οι φορές που έχω κάνει πράγματα για εμένα τον ίδιο, δεν συνηθίζω να μου προσφέρω πολυτέλειες. Αλλά νομίζω ότι είναι κάτι που το έχουμε και οι δύο πολύ ανάγκη. Άλλωστε τα χρήματα δεν είναι θέμα.’’ Ξεκαθάρισε. Κούνησα το κεφάλι μου ανίκανη να προβάλω κάποιο επιχείρημα. Στο κάτω, κάτω είχε δίκιο. Βρισκόμουν στον παράδεισο και άθελα μου είχα αρχίσει πάλι τη γκρίνια.

‘‘Το δύσκολο είναι…’’ Κόμπιασα. ‘‘Από πού να αρχίσει κανείς;’’ Αναρωτήθηκα. Κοίταξα μέσα στα μάτια του και είδα φλόγες να χορεύουν, αντικατοπτρίζοντας τον πόθο του που φούντωνε αστραπιαία. Με αγκάλιασε και έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.

‘‘Ούτε μία στιγμή δεν θα πάει χαμένη. Σκοπεύω να εκμεταλλευτώ τα πάντα.’’ Παρακαλούσα σιωπηλά να σκίσει τα ρούχα μου, να με κάνει δική του πάνω σε εκείνο τον καναπέ έχοντας για θέα το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Έκανε ένα βήμα πίσω και με άφησε, τον είδα να ξεκουμπώνει το πουκάμισο του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Τον ακολούθησα σαν υπνωτισμένη, διερωτώμενη τι περνούσε μέσα από το μυαλό του. ‘‘Θέλω να δοκιμάσω πρώτα την πισίνα.’’ Είπε με υποτιθέμενη αθωότητα και κατάλαβα ότι το παιχνίδι είχε μόλις αρχίσει. Ήθελε να παίξει μαζί μου, να με κάνει να παρακαλάω στα γόνατα αλλά αυτό που δεν γνώριζε ήταν πως ήμουν διατεθειμένη να το κάνω επιτόπου.

Τα δάχτυλα του άγγιξαν τη ζώνη του, την ξεκούμπωσε και με μία κίνηση ξεφορτώθηκε το παντελόνι του. Μιμήθηκα τις κινήσεις του θέλοντας να τον προκαλέσω. Έβγαλα το μακό μου μπλουζάκι ενώ ακολούθησε το τζην παντελόνι μου. Έμεινα μπροστά του μόνο με τα εσώρουχα χαμογελώντας του προκλητικά.

‘‘Πάλι μαύρα;’’ Αναστέναξε.

‘‘Πάντα μαύρα, μόνο για σένα.’’ Πρόφερα σιγανά και τον πλησίασα.

‘‘Χμμ…’’ Μπορούσα να καταλάβω ότι υπήρχε κάποια κρυμμένη σκέψη μέσα στο κεφάλι του σε σχέση με το θέμα αλλά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να ζητήσω εξηγήσεις. ‘‘Βγάλτα όλα!’’ Με πρόσταξε και δίχως να φέρω αντίρρηση υπάκουσα. Τον είδα να με παρατηρεί με προσοχή, η ματιά του σάρωνε το κορμί μου σπιθαμή προς σπιθαμή. Το σχέδιο μου πέτυχε τη στιγμή που τον είδα να κοιτάζει επίμονα το επίμαχο σημείο. ‘‘Τι σκατά…’’ Μονολόγησε και πριν προλάβω να αντιδράσω εκμηδένισε την απόσταση ανάμεσα μας, με αγκάλιασε από τη μέση και με έσφιξε στην αγκαλιά του. ‘‘Τι έκανες;’’ Ρώτησε μέσα από τα δόντια του που σέρνονταν ήδη πάνω στον λαιμό μου. Τα δάχτυλα του χάιδεψαν απαλά τη βελούδινη επιδερμίδα μου ανάμεσα στα πόδια μου.

‘‘Έκπληξη.’’ Κατάφερα να προφέρω λαχανιασμένη.

‘‘Όλο;’’ Ρώτησε συνεχίζοντας το βασανιστικό μαρτύριο.

‘‘Όλο.’’ Επιβεβαίωσα ξέπνοη ενώ τα έμπειρα δάχτυλα του χάνονταν στα βάθη του κορμιού μου.

‘‘Η πισίνα μπορεί να περιμένει.’’ Αποφάσισε. ‘‘Το κρεβάτι όμως όχι.’’ Με σήκωσε στα χέρια του και πριν προλάβω να αντιδράσω βρέθηκα ξαπλωμένη πάνω στο κρεβάτι. Ο ήλιος εισχωρούσε με απληστία από τα παράθυρα και με έλουζε, με ζέσταινε. Ο Έντουαρντ γονάτισε ακριβώς μπροστά μου και άφησα τα μάτια μου να κλείσουν γιατί δεν είχα την αντοχή να γίνω μάρτυρας της σκηνής που θα ακολουθούσε. Η γλώσσα του ήρθε σε επαφή με το δέρμα μου και αφέθηκα σε εκείνον παραδομένη ολοκληρωτικά.

Κάτι μου έλεγε ότι σε αυτές τις διακοπές θα ερχόταν το τέλος της ζωής μου κι αυτό επειδή αποκλείεται να κατάφερνα να βγω ζωντανή από τα χέρια του. Ήμουν δέσμια του πάθους και της αγάπης του, δική του για πάντα.

*~*~*~*~*~*

Λένε πως το σεξ κάνει καλό στην υγεία, προσφέρει ευεξία, τονώνει τον οργανισμό και μάλιστα χαρίζει μακροζωία. Στη δική μου περίπτωση κάτι μου έλεγε πως μάλλον το είχαμε παρακάνει. Είχα φτάσει στα όρια της εξάντλησης αλλά δεν παραπονιόμουν μιας και υπήρχε άπλετος χρόνος για ξεκούραση αλλά μόλις ξαναέβρισκα τις δυνάμεις μου το μόνο που ήθελα ήταν να χάνομαι στην αγκαλιά του ξανά και ξανά και ξανά. Δεν είχε μείνει ούτε ένα κομμάτι αυτού του δωματίου που να μην είχε γευτεί τον έρωτα μας. Το κρεβάτι βέβαια κέρδιζε με διαφορά αλλά επίσης η πισίνα και η μπανιέρα μας είχαν φιλοξενήσει αντίστοιχα.

Δεν είχα καταφέρει ακόμα να πείσω τον Έντουαρντ να δοκιμάσουμε στη βεράντα και ήταν στα άμεσα σχέδια μου να τον αποπλανήσω καταστρώνοντας ένα πρόχειρο σχέδιο στο πίσω μέρος του μυαλού μου.

Είχε περάσει κιόλας μία ολόκληρη εβδομάδα και ο Έντουαρντ δεν έκανε λόγο για επιστροφή. Είχα τολμήσει δύο φορές να τον ρωτήσω για το πότε θα φεύγαμε αλλά δεν πήρα καμία απάντηση. Μπόρεσε μάλιστα να το αποφύγει με ευκολία παρασύροντας με σε ένα σωρό ερωτικές δραστηριότητες.

Σύντομα άρχισα να γκρινιάζω πως ήθελα να δω περισσότερα μέρη στο νησί και οι επιθυμίες μου εκπληρώθηκαν. Πηγαίναμε για μπάνιο καθημερινά σε διαφορετική παραλία από τις τόσες που διέθετε το νησί και κάθε μία από αυτές ήταν και μία αποκάλυψη. Μαύρα, λευκά ή άλλοτε κόκκινα πετράδια στόλιζαν την αμμουδιά ανάλογα με την περιοχή αλλά τα νερά θα έλεγα ότι είχαν παντού την ίδια παγωμένη θερμοκρασία. Ο Έντουαρντ έδειχνε να το διασκεδάζει κάθε φορά καθώς τα δόντια μου κροτάλιζαν μέχρι να συνηθίσω για να καταφέρω να μπω μέσα στο νερό. Εκείνος δεν έδειχνε να έχει κανένα τέτοιου είδους πρόβλημα.

Το νησί επίσης προσέφερε πληθώρα προτάσεων για νυχτερινή ζωή. Ήσυχα, προσεγμένα εστιατόρια, μοντέρνα κλαμπ με δυνατή μουσική, δείπνο υπό το φως των κεριών με καταπληκτική θέα και μπαράκια πάνω στην αμμουδιά που προσέφεραν κοκτέιλ για να χαλαρώσουν τις άμυνες και τους ενδοιασμούς των επισκεπτών. Αυτό ήταν οπωσδήποτε το νησί του έρωτα, ήταν το ιδανικό μέρος για δύο ερωτευμένους ανθρώπους και ήξερα πως θα κρατούσα την ανάμνηση του για πάντα μέσα μου, μέχρι και το τέλος της ζωής μου.

Εκείνο το απόγευμα ξύπνησα από τον βαθύ μου ύπνο και έψαξα ασυναίσθητα με το χέρι μου για τον Έντουαρντ δίπλα μου αλλά εκείνος δεν ήταν εκεί. Ανασήκωσα το κεφάλι μου, άνοιξα τα μάτια μου προσπαθώντας να καταλάβω τι ώρα ήταν μιας και ο ήλιος δεν είχε πέσει ακόμα. Ανασηκώθηκα και τεντώθηκα, δεν ακουγόταν κανένας ήχος. Υπέθεσα ότι εκείνος θα ήταν στην πισίνα ή ίσως στη βεράντα μπροστά στον υπολογιστή του. Δεν γινόταν λόγος για δουλειά φυσικά, μου είχε απαγορεύσει ακόμα και τα email μου να τσεκάρω αλλά εκείνος κάθε τόσο έριχνε μία ματιά και μιλούσε καθημερινά με τον Κάρλαιλ στο τηλέφωνο. Εγώ πάλι είχα μιλήσει μόνο μία φορά με τη Μπρι και μία με τον πατέρα μου για να τον ενημερώσω πως έκανα διακοπές στην άλλη άκρη του κόσμου. Ο Τσάρλι φυσικά δεν αντέδρασε, απλά μου ευχήθηκε να περάσω όμορφα και αυτό ήταν όλο.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι και άρχισα να ψάχνω αλλά ο Έντουαρντ δεν ήταν πουθενά. Με είχε αφήσει μόνη και μου έκανε εντύπωση αυτό. Που στο καλό μπορεί να είχε πάει; Ίσως να είχε βγει έξω για να αγοράσει κάτι. Πήγα στο μπάνιο, έκανα ένα ντους για να ξυπνήσω και φόρεσα ένα απλό φόρεμα με λουλούδια. Στη βαλίτσα μου υπήρχαν ένα σωρό καινούρια πράγματα τα οποία ο Έντουαρντ είχε αγοράσει για εμένα. Ήξερα πως αυτό ήταν ένα είδους εξουσίας που ασκούσε επάνω μου αλλά γνώριζα πως ήταν καλοπροαίρετο και το αποδεχόμουν.

Βγήκα στη βεράντα, σκούπισα με μία πετσέτα τα μαλλιά μου και τα ξεμπέρδεψα αφήνοντας τα να πέσουν στους ώμους μου. Έκανε πραγματικά πάρα πολύ ζέστη όλες τις ώρες της ημέρας, μόνο το βράδυ φυσούσε δυνατός αέρας και έβαζε ψύχρα υποχρεώνοντας με να έχω πάντα μία ζακέτα μαζί μου όταν βγαίναμε έξω. Απλώθηκα στον καναπέ και άφησα το βλέμμα μου να ταξιδέψει στο βάθος του ορίζοντα απολαμβάνοντας για μία ακόμα φορά την μαγεία αυτού του τόπου που το ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα άφηνα πίσω μου. Αναστέναξα ευχαριστημένη παρατηρώντας τον ήλιο στο βάθος που είχε αρχίσει να κρύβεται.

Άκουσα τα βήματα του τη στιγμή που πλησίαζε και ανασήκωσα το κεφάλι μου για να τον δω. Το πράσινο χρώμα των ματιών του γυάλιζε από ενθουσιασμό και αναρωτήθηκα ποιος ήταν ο λόγος.

‘‘Ξύπνησες;’’ Ρώτησε με ένα διακριτικό χαμόγελο.

‘‘Ναι και ήμουν μόνη.’’ Προσπάθησα να κρύψω την απογοήτευση στη φωνή μου.

‘‘Συγνώμη… ήθελα να κάνω έναν περίπατο.’’ Ήρθε και κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε, τα χείλη του βρήκαν αμέσως τα δικά μου.

‘‘Είναι τόσο όμορφα.’’ Είπα απλά αυτό που αισθανόμουν.

‘‘Σου αρέσει εδώ;’’ Βρήκα την ερώτηση χαζή μιας και ήξερε πολύ καλά ότι όχι απλά μου άρεσε αλλά είχα λατρέψει το νησί. Ένευσα καταφατικά. ‘‘Δεν θέλω να φύγουμε ποτέ.’’ Εξομολογήθηκα την αλήθεια.

‘‘Μπορούμε να μείνουμε για όσο θέλεις.’’

‘‘Όχι όμως για πάντα.’’ Παραπονέθηκα.

‘‘Θα μπορούσε να γίνει.’’ Ξεκίνησε να λέει.

‘‘Έντουαρντ,’’ τον έκοψα, ‘‘ας είμαστε ρεαλιστές.’’

‘‘Κάποτε πίστευα κι εγώ πως κάποια όνειρα δεν μπορούν να εκπληρωθούν από τότε που σε γνώρισα όμως έχω αλλάξει γνώμη.’’ Ξαφνικά καταλάβαινα πως η συζήτηση είχε αρχίσει να γίνεται σοβαρή και δεν ήξερα αν μου άρεσε αυτό. Δεν απάντησα. ‘‘Υπάρχει κάτι ακόμα που θέλω.’’ Συμπλήρωσε και τόνισε τη λέξη ‘θέλω’.

‘‘Τι είναι αυτό;’’ Τα δάχτυλα μου χάιδεψαν το μάγουλο του που έκαιγε.

‘‘Εσένα.’’ Πρόφερε μαλακά.

‘‘Είμαι δική σου.’’ Χώθηκα πιο βαθιά στην αγκαλιά του, άφησα το κεφάλι μου να φωλιάσει στη βάση του λαιμού του και να ακουμπήσει πάνω στο στέρνο του.

‘‘Για πάντα.’’ Ψέλλισε.

‘‘Για πάντα.’’ Επιβεβαίωσα. Τα χέρια του βρήκαν τους ώμους μου, με έφερε αντικριστά του υποχρεώνοντας με να τον κοιτάξω βαθιά στα μάτια.

‘‘Για πάντα; Είσαι σίγουρη;’’ Με ρώτησε αλλά δεν ήμουν βέβαιη ότι καταλάβαινα το νόημα των λόγων του.

‘‘Φυσικά.’’ Θέλησα να διώξω μακριά κάθε ενδοιασμό του.

‘‘Γίνε γυναίκα μου.’’ Είπε τότε και παραλίγο να πέσω κάτω αν δεν με κρατούσε. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη.

‘‘Τι;’’ Πριν προλάβω να αντιδράσω έβγαλε ένα κουτί από την τσέπη του, το άνοιξε και ένα δαχτυλίδι με μία μαύρη διαμαντένια καρδιά, πλαισιωμένη από άλλες λευκές έκανε την εμφάνιση του. Ταίριαζε απόλυτα με τη μαύρη καρδιά που φορούσα στον λαιμό μου και έμεινα να το κοιτάζω με κομμένη την ανάσα.

‘‘Έντουαρντ εγώ…’’ Ξεροκατάπια και έχασα τα λόγια μου.

‘‘Εδώ, τώρα.’’ Συνέχισε. Με δυσκολία κατάφερα να κρατήσω τα δάκρυα που ήταν έτοιμα να ξεχυθούν.

‘‘Δεν χρειάζομαι διαμάντια, ούτε ένα συμβόλαιο γάμου για να…’’

‘‘Μπέλλα το ξέρω.’’ Με έκοψε. ‘‘Θέλω την αγάπη σου για πάντα και για αντάλλαγμα θα σου δώσω κι εγώ τη δική μου.’’

‘‘Δεν ξέρω τι να πω…’’

‘‘Πες ναι.’’ Ο άντρας που αγαπούσα μου έκανε πρόταση γάμου κι εγώ καθόμουν και το σκεφτόμουν. Δεν είναι πως δεν ήθελα, φυσικά και το ήθελα αλλά έπρεπε να είμαι σίγουρη πως το ήθελε κι εκείνος το ίδιο.

‘‘Μπορούμε να περιμένουμε. Ίσως θα πρέπει να αφήσουμε να περάσει λίγος χρόνος για να είμαστε σίγουροι.’’ Πρότεινα.

‘‘Δεν είσαι σίγουρη; Γιατί εγώ είμαι.’’ Απάντησε αμέσως. Τα δάχτυλα του ανασήκωσαν το πηγούνι μου, με κοίταξε με προσμονή και έλιωσα μέσα στη ματιά του.

‘‘Ναι.’’ Μίλησα κρατώντας την ανάσα μου. ‘‘Είμαι σίγουρη.’’ Μου χαμογέλασε ελαφρά, ύστερα πήρε το χέρι μου και πέρασε το δαχτυλίδι που ταίριαξε μοναδικά στο δάχτυλο μου. Ένιωσα την καρδιά μου να φτερουγίζει και να σφίγγεται με δύναμη μέσα στο στήθος μου. Τα χείλη του ενώθηκαν με τα δικά μου σε ένα βαθύ, ατελείωτο φιλί και τα δάκρυα που συγκρατούσα δραπέτευσαν και πρόδωσαν τα συναισθήματα μου.

‘‘Γιατί κλαις;’’

‘‘Επειδή σ’ αγαπώ και από χαρά…’’ Δεν ήξερα τι έλεγα, είχα χάσει στην κυριολεξία τα λόγια μου.

‘‘Θέλω να παντρευτούμε εδώ που είμαστε μόνο εσύ κι εγώ, κανείς άλλος.’’

‘‘Τόσο σύντομα και χωρίς τους αγαπημένους μας ανθρώπους;’’

‘‘Αν θέλεις να γυρίσουμε πίσω στο Σικάγο και να κάνουμε εκεί έναν μεγάλο ανοιχτό γάμο δεν έχω αντίρρηση. Θα κάνω αυτό που θέλεις εσύ. Αλλά θα προτιμούσα να είμαστε μόνοι. Δεν χωρά κανένας άλλος ανάμεσα μας και θέλω να έχουμε μόνο την αγάπη μας τη στιγμή που θα ανταλλάζουμε τους γαμήλιους όρκους.’’ Το σκέφτηκα για μία στιγμή και κατάλαβα πως ήθελα κι εγώ το ίδιο. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ πραγματικά πως θα παντρευόμουν κάποια μέρα, δεν είχα αφεθεί να ονειρευτώ κάτι τέτοιο όπως έκαναν οι περισσότερες γυναίκες. Ο Έντουαρντ είχε δίκιο, δεν χρειαζόταν να είναι κανένας άλλος παρόν παρά μόνο εκείνος κι εγώ. Θα επισφραγίζαμε την αγάπη μας σ’ αυτό το ταξίδι, σε αυτό το μέρος που ήταν η επιτομή της σχέσης μας και ήξερα πως μόνο αυτό χρειαζόμουν για να είμαι ευτυχισμένη.

‘‘Ναι.’’ Είπα μόνο. ‘‘Θέλω να παντρευτούμε εδώ.’’ Σκούπισα με τα δάχτυλα μου τα δάκρυα και του χαμογέλασα. ‘‘Πότε;’’ Αναρωτήθηκα.

‘‘Αύριο.’’ Ψέλλισε.

‘‘Δεν έχω νυφικό, δηλαδή κατάλληλο φόρεμα. Θα προλάβω να βρω ένα;’’

‘‘Έχουν πολύ ωραία πράγματα εδώ, είμαι σίγουρος ότι θα βρεις κάτι που θα σου ταιριάζει.’’ Με ήξερε τόσο καλά πια, καταλάβαινε πως δεν είχα ανάγκη υπερβολικά και ανούσια πράγματα. Ένευσα καταφατικά, το μέτωπο μου ήρθε σε επαφή με το δικό του.

‘‘Σ’ αγαπώ Μπέλλα.’’ Είπε και αυτές του οι λέξεις που τις είχα ακούσει τόσες φορές με έκαναν να χάσω την αίσθηση της βαρύτητας.

‘‘Κι εγώ. Υπάρχει μόνο κάτι…’’ Δυσανασχέτησα.

‘‘Τι;’’

‘‘Ο πατέρας μου… δεν θα το πάρει πολύ καλά.’’ Ήταν η αλήθεια, ο Τσάρλι δεν θα μου το συγχωρούσε ποτέ αυτό, ήμουν σίγουρη ότι εκείνος είχε ονειρευτεί πως θα στεκόταν στο πλάι μου την ημέρα του γάμου μου. Δεν ήθελα να πληγώσω τον πατέρα μου.

‘‘Όταν θα γυρίσουμε σου υπόσχομαι ότι θα κάνουμε μία γιορτή για να ανακοινώσουμε τα νέα.’’ Πως μπορούσα να εξηγήσω στον Έντουαρντ ότι αυτό για τον Τσάρλι Σουάν δεν ήταν αρκετό. ‘‘Προς το παρόν το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου ζητήσω να τον πάρεις τηλέφωνο.’’

‘‘Τον Τσάρλι;’’ Απομακρύνθηκα και τον κοίταξα έντρομη.

‘‘Ναι…’’ Αναστέναξε. ‘‘Πρέπει να του μιλήσω.’’

‘‘Τι θα του πεις;’’

‘‘Όσο κι αν ακούγεται τρελό ή τολμηρό την αλήθεια. Δεν χρειάζομαι την άδεια του αλλά νομίζω ότι οφείλω να τον ενημερώσω πως σύντομα η κόρη του θα είναι γυναίκα μου.’’

‘‘Έντουαρντ δεν είναι καλή ιδέα αυτό…’’ Στραβομουτσούνιασα.

‘‘Εντάξει, θα βρω μόνος μου το τηλέφωνο του.’’ Σηκώθηκε και με άφησε μόνη να κοιτάζω το δαχτυλίδι μου έχοντας τα χαμένα.

‘‘Έντουαρντ περίμενε!’’ Φώναξα πίσω του.

‘‘Μείνε εδώ.’’ Απαίτησε και τον είδα να χάνεται στο βάθος με το κινητό μου τηλέφωνο στο χέρι του. Κανονικά θα έπρεπε να τον σταματήσω αλλά έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν είχα άλλη επιλογή. Ο γάμος θα γινόταν ακόμα και αν αυτό δεν άρεσε στον πατέρα μου. Έκανα πάντα αυτό που ήθελα, αυτό που θεωρούσα σωστό ακόμα και αν χρειαζόταν να θυσιάσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Ο Τσάρλι με ήξερε, του έμοιαζα πολύ άλλωστε και ήλπιζα ότι θα καταλάβαινε.

Πέρασαν πέντε λεπτά και ο Έντουαρντ επέστρεψε χαμογελαστός χωρίς να μου δίνει την ευκαιρία να μαντέψω τον διάλογο που είχε με τον πατέρα μου.

‘‘Λοιπόν;’’

‘‘Λοιπόν τι;’’

‘‘Τι σου είπε; Του μίλησες;’’

‘‘Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς.’’ Προσπάθησε να καθησυχάσει τους φόβους μου.

‘‘Έντουαρντ Κάλλεν! Λέγε τώρα τι σου είπε ο πατέρας μου!’’ Απαίτησα.

‘‘Είπε πως δεν τον εκπλήσσει το γεγονός ότι δεν είναι καλεσμένος στον γάμο σου και είπε επίσης…’’ Δίστασε. ‘‘Ότι αν ποτέ σε πληγώσω θα με κυνηγήσει μέχρι την άκρη της γης για να με σκοτώσει!’’ Έφερα το χέρι μου για να καλύψω το ανοιχτό μου στόμα.

‘‘Χριστέ μου… πες μου ότι δεν το είπε αυτό.’’

‘‘Το είπε και είμαι σίγουρος ότι το εννοεί.’’ Το χαμόγελο είχε απλωθεί σε όλο του το πρόσωπο, έδειχνε να το διασκεδάζει τόσο πολύ. Το χέρι του πέρασε γύρω από τους ώμους μου και με έφερε κοντά του. ‘‘Φρόντισα να τον ενημερώσω ότι δεν θα χρειαστεί να κάνει κάτι τέτοιο, του υποσχέθηκα ότι δεν θα σε πληγώσω ποτέ. Ποτέ ξανά τουλάχιστον.’’ Η ματιά του σκοτείνιασε.

‘‘Άρα έχουμε να πάμε σε έναν γάμο αύριο.’’ Είπα για να διώξω μακριά τις τελευταίες άσχημες σκέψεις του.

‘‘Ναι.’’ Ο ήλιος είχε κρυφτεί ολοκληρωτικά και οι πρώτες αχτίδες του φεγγαριού έκαναν την εμφάνιση τους.

‘‘Η Άλις; Μήπως θα πρέπει να πάρουμε κι εκείνη τηλέφωνο;’’ Αναρωτήθηκα.

‘‘Όχι.’’ Με απέτρεψε. ‘‘Άφησε με αυτό να το χειριστώ εγώ όπως νομίζω.’’

‘‘Μα…’’

‘‘Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να φροντίσεις τη νύφη.’’ Μου έκλεισε το μάτι. Αγκαλιαστήκαμε και μείναμε εκεί για λίγο να κοιτάζουμε το φεγγάρι. Μου φαίνονταν απίστευτα όλα αυτά, σαν να επρόκειτο για κάποια άλλη και όχι για εμένα την ίδια. Ήμουν όμως ευτυχισμένη, απόλυτα ευτυχισμένη και σκόπευα να ακολουθήσω τις οδηγίες του αγαπημένου μου και να ετοιμάσω κατάλληλα τη νύφη.

*~*~*~*~*~*

Εικοσιτέσσερις ώρες αργότερα όλα ήταν έτοιμα και η πιο σημαντική στιγμή της ζωής μου είχε φτάσει. Κατάφερα να βρω ένα απλό, λευκό φόρεμα σε ένα κατάστημα που πουλούσε παραδοσιακά ήδη και ήμουν πολύ ευχαριστημένη με την επιλογή μου τη στιγμή που κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Δεν ξέρω αν θύμιζα νύφη με τη σωστή έννοια του όρου. Σίγουρα αν μπορούσε να με δει η Άλις δεν θα ήταν και τόσο ικανοποιημένη, πιθανότατα θα στραβομουτσούνιαζε μιας και δεν υπήρχαν δαντέλες, κεντήματα και πολύτιμες πέτρες για να στολίσουν το φουστάνι μου. Όμως τι σημασία είχαν όλα αυτά τελικά; Σημαντικό ήταν για εμένα πως βρισκόμουν στο ομορφότερο μέρος του κόσμου με τον άντρα που αγαπούσα. Θα μπορούσα να φοράω ακόμα και ένα οποιοδήποτε φουστάνι γνωρίζοντας ότι τα αισθήματα μας ήταν πέρα για πέρα αληθινά.

Ο Έντουαρντ στάθηκε πίσω μου και με παρατηρούσε. Κοίταξα μέσα από τον καθρέφτη και θαύμασα το πόσο όμορφος έδειχνε ακόμα και μέσα στα απλά αυτά ρούχα που είχε επιλέξει. Ένα λευκό, λινό παντελόνι με αντίστοιχο σακάκι και από μέσα ένα γαλάζιο, ανάλαφρο πουκάμισο. Ίσως αν με ρωτούσαν ποτέ για το πώς ακριβώς θα ήθελα να είναι η ημέρα του γάμου μου να έκανα αυτού του είδους τις επιλογές από μόνη μου. Μάλλον αυτή ήταν μία ακόμα απόδειξη ότι ο Έντουαρντ κι εγώ ταιριάζαμε απόλυτα, θέλαμε ακριβώς τα ίδια πράγματα.

‘‘Είμαι έτοιμη.’’ Γύρισα το σώμα μου και τον κοίταξα περιμένοντας υπομονετικά.

‘‘Λείπει κάτι.’’ Προχώρησε προς το μέρος μου, έσκυψε και άφησε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο μου. Στο χέρι του κρατούσε ένα κουτί που δεν είχα προσέξει πριν. Το άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα λευκό, μικρό λουλούδι. Το κοίταξα και αισθάνθηκα τη συγκίνηση να με πλημμυρίζει. Το πήρα χωρίς να μιλήσω, κατάφερα με δάχτυλα που έτρεμαν να το στερεώσω στα μαλλιά μου. ‘‘Και κάτι ακόμα.’’ Συμπλήρωσε τη στιγμή που τελείωσα.’’

‘‘Τι άλλο;’’ Έβγαλε ένα δεύτερο κουτί από την τσέπη του, με γύρισε προς τον καθρέφτη και πέρασε στον λαιμό μου ένα κολιέ με κατάλευκες πέρλες. Είχα την αίσθηση ότι αυτά ήταν μαργαριτάρια και μάλιστα αληθινά. Δεν ήθελα να χαλάσω τη στιγμή και καταλάβαινα πως θα έπρεπε να αποδέχομαι τα δώρα του. Άφησα τα μάτια μου να κλείσουν τη στιγμή που τα δάχτυλα του ήρθαν σε επαφή με την επιδερμίδα μου.

‘‘Τέλεια.’’ Ψιθύρισε κοιτάζοντας με εκστασιασμένος με μάτια γεμάτα λατρεία.

‘‘Είσαι σίγουρος γι’ αυτό;’’ Δεν μπορούσα να μην κάνω αυτή την ερώτηση.

‘‘Πιο σίγουρος από ποτέ.’’ Με διαβεβαίωσε.

Με πήρε από το χέρι και ξεκινήσαμε. Στο πιο ψηλό σημείο του ξενώνα, εκεί που διοργανώνονταν πολύ συχνά τέτοιου είδους τελετές είχε στηθεί για εμάς ένα μικρό αίθριο. Ο Έντουαρντ μάλιστα είχε καταφέρει να βρει έναν καθολικό ιερέα για να μας παντρέψει. Μου έκανε εντύπωση αυτό αλλά μου εξήγησε πως η μητέρα του ήταν καθολική και πως ήθελε να το κάνει σωστά για εκείνη ακόμα κι αν βρισκόταν πια κάπου πολύ μακριά.

Η Μαργαρίτα και η Ελένη ήταν οι μοναδικοί μας καλεσμένοι αλλά ήταν απαραίτητες για τα διαδικαστικά. Φοβόμουν ότι τη στιγμή που θα στεκόμουν μπροστά στον ιερέα πως θα με έπιανε πανικός, ότι ξαφνικά θα κατακλυζόμουν από ένα σωρό ενδοιασμούς αλλά αυτό δεν συνέβη. Τον αγαπούσα και με αγαπούσε, μπορεί η ιστορία μας να είχε ξεκινήσει άσχημα αλλά ήξερα ότι όλα αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν και γνώριζα πως τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να μας χωρίσει τώρα πια.

‘‘Ιζαμπέλλα Σουάν.’’ Η φωνή του ιερέα ακούστηκε καθαρή στην ησυχία του καλοκαιρινού απογεύματος με τον ήλιο να βουτάει σιγά, σιγά για να κρυφτεί ενώ το χέρι του Έντουαρντ έσφιγγε το δικό μου. ‘‘Δέχεσαι για σύζυγο σου τον Έντουαρντ Κάλλεν; Υπόσχεσαι να τον τιμάς, να τον σέβεσαι, να είσαι πάντα δίπλα του μέχρι την ημέρα που θα σας χωρίσει ο θάνατος;’’

‘‘Δέχομαι.’’ Απάντησα και ένιωσα έναν κόμπο από δάκρυα χαράς να στέκεται στον λαιμό μου.

‘‘Έντουαρντ Κάλλεν,’’ Δέχεσαι για σύζυγο σου την Ιζαμπέλλα Σουάν; Υπόσχεσαι να την τιμάς και να την σέβεσαι, να σταθείς δίπλα της μέχρι την ημέρα που θα σας χωρίσει ο θάνατος;’’ Τα καταπράσινα μάτια του ήταν γεμάτα από αγάπη και ζεστασιά.

‘‘Δέχομαι.’’ Τον άκουσα να λέει και είχα αρχίσει να πιστεύω ότι κοιμόμουν και έβλεπα κάποιο όνειρο από το οποίο σύντομα θα ξυπνούσα.

‘‘Με την εξουσία που μου έχουν δώσει οι άνθρωποι και ο Θεός σας ονομάζω συζύγους.’’ Άκουσα τα τελευταία λόγια του ιερέα αλλά είχα μουδιάσει ολόκληρη από τη συγκίνηση. ‘‘Μπορείς να φιλήσεις τη νύφη.’’ Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρόταση του βρέθηκα στην αγκαλιά του Έντουαρντ, τα χείλη του συνάντησαν αμέσως τα δικά μου και ένιωσα να μου κόβεται η ανάσα, τα πόδια μου λύγισαν και πέρασα τα χέρια μου γύρω του για να κρατηθώ όρθια.

Υπογράψαμε τα έγγραφα και η Μαργαρίτα μας έβγαλε μερικές φωτογραφίες για να αποθανατίσουμε για πάντα την ιδιαίτερη ένωση μας. Ήξερα πως δεν είχε αλλάξει τίποτα ανάμεσα μας, ήμασταν ακριβώς όπως και πριν με τη διαφορά ότι είχαμε ορκιστεί αιώνια αγάπη και αφοσίωση ο ένας στον άλλο με τον δικό μας τρόπο.

Επιστρέψαμε στο δωμάτιο μας και στη βεράντα είχε στηθεί ένα τραπέζι για δύο. Υπήρχαν παντού κεριά με τις φλόγες να τρεμοπαίζουν από το απαλό αεράκι και λουλούδια που μοσχομύριζαν προκαλώντας μου μία ευχάριστη ζαλάδα. Η Μαργαρίτα είχε διαθέσει δύο άτομα προσωπικό για να φροντίσουν το γαμήλιο δείπνο αλλά εγώ ανυπομονούσα να τελειώσει όλο αυτό για να μείνω μόνη με τον Έντουαρντ.

‘‘Θέλω να σε ρωτήσω κάτι,’’ ξεκίνησα να λέω τη στιγμή που τρώγαμε.

‘‘Τι;’’

‘‘Τα είχες σχεδιάσει όλα αυτά πριν έρθουμε εδώ; Θέλω να πω είχες εξ’ αρχής μέσα στο μυαλό σου αυτό το σχέδιο του γάμου;’’

‘‘Είμαι υποχρεωμένος να σου λέω πάντα την αλήθεια.’’ Αναστέναξε. ‘‘Το σκεφτόμουν εδώ και πολύ καιρό. Ναι, το είχα σχεδιάσει.’’ Παραδέχτηκε.

‘‘Κι αν δεν δεχόμουν;’’ Φυσικά δεν υπήρχε καμία τέτοια πιθανότητα αλλά ήθελα να τον πειράξω.

‘‘Τότε θα γυρίζαμε πάλι πίσω και θα έκανα τα αδύνατα – δυνατά κάθε μέρα για να σε πείσω. Μάλλον θα έβαζα και την Άλις στο κόλπο, θα αναγκαζόμουν να επιστρατεύσω τα μεγάλα μέσα!’’ Γέλασε ανάλαφρα.

‘‘Ευτυχώς που δέχτηκα δηλαδή.’’ Γέλασα κι εγώ.

‘‘Κανείς δεν θέλει να τα βάλει με την αδελφή μου.’’

‘‘Ακριβώς! Και αυτή σου η δήλωσε με κάνει να αναρωτιέμαι… δεν της έχεις πει τίποτα έτσι; Έχεις ιδέα τι μας περιμένει όταν θα γυρίσουμε;’’

‘‘Ας το επάνω μου.’’ Είπε και έφερε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη του κοιτάζοντας με προκλητικά μέσα από αυτό.

Το δείπνο έφτασε στο τέλος του, το προσωπικό αφού φρόντισε για όλα μας άφησε μόνους και αμέσως χώθηκα μέσα στην αγκαλιά του επιθυμώντας να γίνω ένα μαζί του και να μείνω εκεί για πάντα.

Κάναμε έρωτα στη βεράντα, πάνω στον πέτρινο καναπέ που μου είχε ζητήσει να γίνω γυναίκα του και ήθελα να του δείξω με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο που διέθετα, με το κορμί, την καρδιά μου και την ψυχή μου πόσο πολύ τον αγαπούσα. Του έδινα και έπαιρνε, μου έδινε και έπαιρνα, οι κινήσεις μας ήταν απόλυτα συγχρονισμένες, η ανάσα μου τελείωνε εκεί που άρχιζε η δική του και οι καρδιές μας χτυπούσαν ρυθμικά σαν δύο τέλεια καλοκουρδισμένα ρολόγια, φτιαγμένα το ένα για το άλλο.

Όταν τελειώσαμε με σήκωσε στα χέρια του και με μετέφερε στο κρεβάτι, με εναπόθεσε εκεί φιλώντας με, επισφραγίζοντας αυτά του τα φιλιά με λόγια αγάπης. Ήμουν τόσο ζαλισμένη, μεθυσμένη από έρωτα, ικανοποιημένη και απόλυτα, απερίγραπτα ευτυχισμένη.

‘‘Κοιμήσου αγάπη μου και ονειρέψου με.’’ Του ξέφυγε ένα γελάκι.

‘‘Έχεις πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου.’’ Μουρμούρισα.

‘‘Δεν φταίω εγώ… εσύ ξέρεις, παραμιλάς στον ύπνο σου.’’ Ψιθύρισε. Άνοιξα τα μάτια μου από ντροπή. Ποιος ξέρει τι μπορεί να έλεγα.

‘‘Τι με έχεις ακούσει να λέω;’’ Ήλπιζα ότι δεν μου είχε ξεφύγει καμία βλακεία.

‘‘Μμμ… συνήθως λες το όνομα μου.’’ Με κοίταξε με τρυφερότητα. ‘‘Και μετά λες Έντουαρντ σ’ αγαπώ.’’ Τα μάτια του βούτηξαν μέσα στα δικά μου, η καρδιά μου φούσκωσε μέσα στο στήθος μου χτυπώντας άρρυθμα, τρελά έτοιμη να σπάσει από αγάπη.

‘‘Έντουαρντ σ’ αγαπώ.’’ Το είπα καθαρά κοιτάζοντας τον έντονα επειδή επιθυμούσα να με βλέπει, να ξέρει ότι το έλεγα απόλυτα συνειδητά.

‘‘Μπέλλα σ’ αγαπώ.’’ Ανταπέδωσε και άφησα την ανάσα που κρατούσα. Χώθηκα στην αγκαλιά του και αποκοιμήθηκα βυθισμένη στην ευτυχία.



*~*~*~*~*~*

Περάσαμε πολλές ακόμα μέρες στο νησί, σχεδόν είκοσι. Πως θα μπορούσα να περιγράψω όλες αυτές τις ιδιαίτερες, μαγευτικές στιγμές; Αυτό ήταν οπωσδήποτε ένα γαμήλιο ταξίδι το οποίο ευχαριστήθηκα στο έπακρο. Ο μόνος που γνώριζε για τον γάμο μου ήταν ο πατέρας μου οποίος μάλιστα φρόντισε να μου τηλεφωνήσει δύο μέρες μετά γεμάτος από ανησυχία. Τον καθησύχασα όσο καλύτερα μπορούσα και του υποσχέθηκα ότι σύντομα θα είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Έντουαρντ. Ήξερα ότι αυτό δεν ήταν αρκετό για εκείνον αλλά βασιζόμουν στο γεγονός πως είχε πάντα εμπιστοσύνη σε εμένα και τις επιλογές μου. Τον παρακάλεσα να μην αποκαλύψει προς το παρόν τίποτα στον Ράιλι γιατί δεν είχα καμία διάθεση να έρθω σε αντιπαράθεση με τον αδελφό μου τηλεφωνικά κατά τη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού μου.

Όπως ήταν φυσικό οι μέρες πέρασαν, έφυγαν η μία μετά την άλλη σαν το νερό που γλιστράει μέσα από τις χούφτες. Δεν ήταν αρκετές, δεν μπορούσα να χορτάσω τον Έντουαρντ, δεν ήθελα να φύγω από αυτό το μέρος και να γυρίσω πίσω στην τρέλα της καθημερινότητας. Αλλά ήξερα πως η ζωή μου θα ήταν διαφορετική από δω και πέρα πια με τον Έντουαρντ πάντα δίπλα μου.

Αυτά σκεφτόμουν τη στιγμή που το ταξί κατευθυνόταν προς το αεροδρόμιο και δεν μπόρεσα να κρατήσω κρυφά τα δάκρυα μου.

‘‘Θα ξανάρθουμε μία μέρα αφού σου άρεσε τόσο πολύ.’’ Υποσχέθηκε ο Έντουαρντ. Ένευσα για να τον καθησυχάσω.

‘‘Ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μου.’’ Εξομολογήθηκα.

‘‘Και οι δικές μου. Αλλά από εδώ και πέρα θα χτίσουμε τη ζωή μας. Θα κάνω τα πάντα για να είσαι ευτυχισμένη Μπέλλα.’’ Ήξερα πως το εννοούσε και αυτό μου έφτανε.

Όταν το αεροπλάνο σηκώθηκε ψηλά αποχαιρέτησα νοητά το πανέμορφο νησί, τον μικρό μου παράδεισο και άφησα τα μάτια μου να κλείσουν ενώ κατακλυζόμουν από αναμνήσεις. Το χέρι μου βρήκε το δικό του και τα δάχτυλα μου σφίχτηκαν γύρω από τα δικά του ψάχνοντας για την ασφάλεια που μόνο εκείνος μπορούσε να μου προσφέρει.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μεγάλο και κουραστικό, την περισσότερη ώρα κοιμόμουν. Ήταν απόγευμα όταν προσγειωθήκαμε στο Σικάγο και πέρασα πρώτα από τις γυναικείες τουαλέτες στο αεροδρόμιο για να φρεσκαριστώ. Ο Έντουαρντ με είχε ενημερώσει πως η Άλις με τον Τζάσπερ θα περνούσαν από το σπίτι και προφανώς ήμασταν υποχρεωμένοι να αποκαλύψουμε άμεσα όσα είχαν συμβεί.

Φορούσα ένα εμπριμέ φόρεμα το οποίο αντανακλούσε τη διάθεση μου και το ελάχιστο χρώμα που είχε καταφέρει να πάρει η επιδερμίδα μου από τον ήλιο. Κοίταξα το δαχτυλίδι και τη βέρα μου στον παράμεσο μου. Να πάρει η οργή… Δεν ήμουν έτοιμη να έρθω σε αντιπαράθεση με την Άλις ακόμα αλλά βασιζόμουν στον Έντουαρντ, ότι θα έβρισκε εκείνος έναν τρόπο να το λύσει ‘αναίμακτα’.

‘‘Θα πάρουμε ταξί;’’ Ρώτησα μόλις βγήκα και τον πλησίασα αλλά αντί για απάντηση με τράβηξε από το χέρι, βγήκαμε εκτός του αεροδρομίου και πρόσεξα μία μαύρη Bugatti σταματημένη μπροστά μας. Πριν προλάβω να αντιδράσω ο Έντουαρντ μου άνοιξε την πόρτα και περίμενε να μπω μέσα.

‘‘Τι είναι αυτό;’’ Τα είχα χαμένα.

‘‘Το καινούριο μου αυτοκίνητο.’’ Ανασήκωσε τους ώμους του. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχε πάρει πίσω την άδεια οδήγησης του αλλά δεν είχε κάνει ποτέ κουβέντα ότι ήθελε να πάρει καινούριο αυτοκίνητο και δεν οδηγούσε.

‘‘Μα νόμιζα…’’

‘‘Σου αρέσει;’’ Το βλέμμα του έμοιαζε με εκείνο ενός πεντάχρονου παιδιού που ανοίγει τα δώρα των Χριστουγέννων.

‘‘Πολύ.’’ Παραδέχτηκα.

‘‘Ωραία, ας το πάμε μία βόλτα τότε.’’ Μου έκλεισε το μάτι. Γλίστρησα στη θέση του συνοδηγού και μαγεύτηκα από την ομορφιά και τη πολυτέλεια του εσωτερικού χώρου. Το αυτοκίνητο μύριζε ‘καινούριο’, το δέρμα ανέδιδε μία ιδιαίτερη μυρωδιά και τα καλογυαλισμένα όργανα μπορούσαν να προκαλέσουν ακόμα κι εμένα να θέλω να το πάω βόλτα. Ο Έντουαρντ βολεύτηκε στο κάθισμα του και τα δάχτυλα του χάιδεψαν το τιμόνι.

‘‘Θα μου το δίνεις καμία φορά;’’ Θέλησα να τον πειράξω.

‘‘Μόνο αν είμαι κι εγώ μέσα.’’ Ξεκαθάρισε.

‘‘Ξεκίνα.’’ Τον πρόσταξα. Στο μυαλό μου ήρθαν αυθόρμητα αναμνήσεις από πολύ προσωπικές στιγμές μίσους, πάθους και αγάπης που είχαμε περάσει μέσα στην Austin Martin. Ξεροκατάπια τη στιγμή που θυμήθηκα ότι αυτό το αυτοκίνητο παραλίγο να του πάρει τη ζωή. Έδιωξα μακριά αυτές τις μαύρες σκέψεις καταστρώνοντας σχέδια για να τον ξελογιάσω μέσα στο καινούριο αυτοκίνητο. Ήμουν σίγουρη ότι ο Έντουαρντ θα εκτιμούσε ιδιαίτερα αυτά μου τα σχέδια.

‘‘Τι σκέφτεσαι;’’ Να πάρει… με είχε πιάσει να ονειροπολώ.

‘‘Χμμ… θα είναι κάπως στριμωγμένα εδώ μέσα.’’ Δεν είχε νόημα να παίζω κρυφτό.

‘‘Πράγμα που θα το κάνει ακόμα καλύτερο.’’ Είχε καταλάβει αμέσως σε τι αναφερόμουν.

‘‘Αν δεν μας περίμενε η αδελφή σου…’’

‘‘Μπορεί να περιμένει.’’ Είπε με ένα μυστηριώδες χαμόγελο να σκεπάζει τα χείλη του. Τη στιγμή εκείνη συνειδητοποίησα ότι δεν κατευθυνόμασταν προς το κέντρο της πόλης αλλά είχαμε πάρει την αντίθετη κατεύθυνση.

‘‘Που πάμε;’’

‘‘Κάνουμε βόλτα το αυτοκίνητο.’’

‘‘Μα νόμιζα ότι ο Τζάσπερ και η Άλις μας περιμένουν.’’ Διαμαρτυρήθηκα.

‘‘Κάθε πράγμα στην ώρα του.’’ Δεν με πείραζε καθόλου να αργήσουμε στη συνάντηση με την Άλις. Έστριψα νευρικά τη βέρα μου γύρω από το δάχτυλο μου ενώ μπορούσα ήδη να φανταστώ την έξαλλη Άλις Κάλλεν που είχαμε παντρευτεί κρυφά χωρίς να της το πούμε στην άλλη άκρη του κόσμου. Ξαφνικά η διαδρομή άρχισε να γίνεται γνωστή και μία ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μου τη στιγμή που φτάσαμε μπροστά στην μεγάλη καγκελένια πόρτα.

‘‘Έντουαρντ…’’ Ψέλλισα. Παρατήρησα όμως ότι ο εξωτερικός χώρος έμοιαζε πολύ διαφορετικός απ’ ότι τον θυμόμουν. Ο κήπος είχε καθαριστεί, κάποιος τον είχε φροντίσει και πολλά λουλούδια με ζωηρά, έντονα χρώματα ξεπετάγονταν από άκρη σε άκρη. Το αυτοκίνητο σταμάτησε, ο Έντουαρντ βγήκε, ήρθε και άνοιξε την πόρτα μου.

‘‘Κατεβείτε κυρία Κάλλεν.’’ Με παρακάλεσε.

‘‘Γιατί ήρθαμε εδώ;’’ Εξέφρασα την απορία μου.

‘‘Τόσο ανυπόμονη πάντα.’’ Σχολίασε και πήρε το χέρι μου μέσα στο δικό του. Με τράβηξε έξω και με αγκάλιασε.

Προχωρήσαμε μέχρι την είσοδο, η πόρτα ήταν ανοιχτή και μόλις περάσαμε το κατώφλι τα έχασα στην κυριολεξία. Όλοι οι άνθρωποι που μας αγαπούσαν ήταν εκεί και μας περίμεναν. Η Άλις με τον Τζάσπερ, ο Έμετ με τη Ρόζαλι και το νεογέννητο μωρό τους, η Έσμε ο Κάρλαιλ, η Μπρι με τον Έρικ και η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν ο πατέρας μου, ο Ράιλι, η Τζέην και η Ρέινι. Κοίταξα πρώτα τον Έντουαρντ που μου χαμογελούσε και ύστερα έναν, έναν όλους τους υπόλοιπους ενώ τα είχα εντελώς χαμένα. Η Ρέινι έτρεξε πρώτη και έπεσε μέσα στην αγκαλιά μου.

‘‘Θεία Μπέλλα!’’ Φώναξε δυνατά και ακούστηκαν έντονα τα γέλια των υπολοίπων. Από τη μία αγκαλιά βρέθηκα στην άλλη, η Μπρι με έσφιξε δυνατά και μου χαμογέλασε, τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου χωρίς να το έχω καταλάβει ώσπου στο τέλος τα μπράτσα του πατέρα μου τυλίχτηκαν ολόγυρα μου.

Δεν είχα προλάβει μέχρι εκείνη τη στιγμή να καταλάβω ότι το σπίτι ήταν εντελώς διαφορετικό, έμοιαζε να έχει ανακαινιστεί από την αρχή με καινούρια έπιπλα και διακόσμηση. Μόνο το πιάνο παρέμενε στη θέση του αλλά τώρα ήταν καλογυαλισμένο και εντυπωσιακό σαν να περίμενε τον κάτοχο του υπομονετικά να πάρει τη θέση του μπροστά του.

‘‘Δεν μιλάς σοβαρά…’’ Η Άλις με πλησίασε και την είδα να κοιτάζει έντρομη τα δάχτυλα μου. Ο Έντουαρντ ήρθε κοντά και την έπιασε από τους ώμους.

‘‘Άλις…’’ Ο τόνος της φωνής του ακούστηκε παρακλητικός.

‘‘Αυτό είναι πάρτυ αρραβώνων.’’ Γύρισε το πρόσωπο της σε εκείνον. ‘‘Έτσι όπως το είχαμε κανονίσει.’’ Τον κοίταξε και περίμενε την απάντηση του.

‘‘Λυπάμαι.’’ Απάντησε εκείνος.

‘‘Πες μου ότι δεν παντρευτήκατε!’’ Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν επάνω μας και κατάλαβα ευθύς αμέσως τι είχε συμβεί. Ο Έντουαρντ είχε ζητήσει από την Άλις να οργανώσει ένα υποτιθέμενο πάρτυ αρραβώνων γι’ αυτό όλοι οι δικοί μας άνθρωποι βρίσκονταν εκεί αλλά επί της ουσίας επρόκειτο για γαμήλιο πάρτυ και προφανώς κανείς δεν το ήξερε παρά μόνο ο πατέρας μου. Τα μάτια του Έντουαρντ κοίταξαν ικετευτικά μέσα σε εκείνα της αδελφής του.

‘‘Πως μπόρεσες;’’ Τον ρώτησε απογοητευμένη. Ο Έντουαρντ μάλλον είχε επιλέξει λάθος τρόπο να το αποκαλύψει και τότε είδα με την άκρη του ματιού μου τον Ράιλι να έρχεται προς το μέρος μου.

‘‘Μπελς δεν το έκανες.’’

‘‘Ζητώ συγνώμη,’’ Μίλησα αποφασιστικά, ‘‘ζητώ συγνώμη από όλους σας,’’ γύρισα το κεφάλι μου προς τους υπόλοιπους, ‘‘αλλά ο Έντουαρντ κι εγώ παντρευτήκαμε.’’

Τα χαμόγελα πάγωσαν στα πρόσωπα των περισσότερων, μόνο ο Τσάρλι παρέμενε ψύχραιμος.

‘‘Μπέλλα… μπόρεσες να κρατήσεις τέτοιο μυστικό από εμένα;’’ Η Μπρι έδειχνε επίσης έξαλλη.

Ο Έντουαρντ γέμισε μερικά ποτήρια με σαμπάνια και τα μοίρασε στους δυσαρεστημένους τώρα πια προσκεκλημένους μας.

‘‘Λοιπόν θα μας ευχηθείτε;’’ Ρώτησε και σήκωσε το ποτήρι του. ‘‘Στην υπέροχη γυναίκα μου που με κάνει απόλυτα ευτυχισμένο και υπόσχομαι να μην την πληγώσω ποτέ.’’ Κοίταξε τον πατέρα μου τη στιγμή που έλεγε τα τελευταία αυτά λόγια.  Η Έσμε και ο Κάρλαιλ σήκωσαν επίσης τα ποτήρια τους και ένας, ένας λύγισαν και τους μιμήθηκαν.

Ίσως να τους είχαμε πληγώσει παρόλο που δεν ήταν αυτή η πρόθεση μας. Τους αγαπούσαμε και μας αγαπούσαν αλλά μερικά  πράγματα είναι πολύ προσωπικά και θέλει να τα μοιράζεται κανείς μόνο με αυτόν που αγαπά, μόνο με το άλλο του μισό. Ήξερα πως οι περισσότεροι δεν θα καταλάβαιναν αυτά μου τα αισθήματα αλλά και πάλι δεν μετάνιωνα για τον ‘μυστικό’ μου γάμο ακριβώς επειδή ήταν τέλειος, αυστηρά προσωπικός και δεν θα άλλαζα τίποτα.

‘‘Ωραία.’’ Η Άλις ξεροκατάπιε τα δάκρυα της και τη ματιά της σκέπασε η περηφάνια. Ήταν εκείνη η ίδια που πέρναγε συχνά, πυκνά μέσα από τα μάτια του αγαπημένου μου. ‘‘Θα κάνουμε τότε σύντομα μία γαμήλια δεξίωση όπως αρμόζει.’’

‘‘Άλις…’’ Γκρίνιαξε ο Έντουαρντ.

‘‘Να κάνουμε!’’ Πετάχτηκα εγώ. ‘‘Και μπορείς να διαλέξεις εσύ το φόρεμα μου και τα παπούτσια, το χτένισμα, ακόμα και τα κοσμήματα.’’ Το έκδηλο χαμόγελο της έκανε το πρόσωπο της να λάψει.

‘‘Όπως βλέπεις η Μπέλλα δεν έχει αντίρρηση!’’ Του πέταξε ικανοποιημένη και τα πράγματα μπήκαν κατά κάποιο τρόπο στη θέση τους.

Παρόλη την ένταση και την έκπληξη αρχικά, στη συνέχεια η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε και χαιρόμουν τόσο πολύ που έβλεπα όλους αυτούς τους αγαπημένους μας ανθρώπους. Επιτέλους ο Έντουαρντ συνάντησε τον πατέρα μου και τον αδελφό μου αλλά αυτή που έκλεψε την καρδιά του ήταν η Ρέινι.

Και όταν πια αυτή η οικογενειακή συγκέντρωση έφτασε στο τέλος της ο Έντουαρντ μου αποκάλυψε ότι το γαμήλιο δώρο του ήταν το σπίτι. Όλον αυτό τον καιρό μαζί με την Άλις το είχαν ανακαινίσει και διακοσμήσει ξανά από την αρχή ελπίζοντας ότι θα ήθελα να είναι αυτό το μελλοντικό μας σπίτι. Πως θα μπορούσα να έχω αντίρρηση; Πως θα μπορούσα να ζητήσω κάτι περισσότερο όταν τα είχα πλέον όλα;

Αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να έχω τον Έντουαρντ και ήξερα πια με βεβαιότητα ότι εκείνος θα ήταν παντοτινά, ολότελα και ολοκληρωτικά δικός μου.