Monday, January 25, 2010

Αισθησιακά απομνημονεύματα το 1920 - Κεφάλαιο 1ο



Υποψήφια σύζυγος


Έντουαρντ


Ήμουν έξαλλος με τον πατέρα μου. Ή μάλλον για να το θέσω καλύτερα δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτώ αυτή την εμπορική συμφωνία που είχε κανονίσει για εμένα.
Με ήξερε αρκετά καλά και ήταν σε θέση να γνωρίζει την αντίδραση μου αλλά δεν έμεινε παραπάνω για να το συζητήσουμε. Μου το ανακοίνωσε απλά και ύστερα έφυγε για τη λέσχη.

Η μητέρα μου παρέμενε ακόμα ακίνητη στην ίδια θέση και ήταν ανέκφραστη χωρίς να βγάζει λέξη.

-‘Εσύ το ήξερες;’ Τη ρώτησα εκνευρισμένος. ‘Ήξερες τι συμφωνίες έκανε;’
Κούνησε απλώς συγκαταβατικά το κεφάλι της.

‘Και συμφωνείς;’

-‘Έντουαρντ, συμφωνώ ή δεν συμφωνώ εγώ, το ξέρεις πως κανείς δεν μπορεί να κάνει τον πατέρα σου να αλλάξει εύκολα γνώμη. Άλλωστε…’

-‘Μα σε ποιον αιώνα ζούμε;’ Χτύπησα το χέρι μου πάνω στο γραφείο. ‘Δεν θέλω να παντρευτώ αυτή την Ιζαμπέλα! Δεν θέλω να παντρευτώ καμία!’ Βροντοφώναξα.

-‘Έντουαρντ, είσαι ταραγμένος.’ Απάντησε η μητέρα μου απόλυτα ήρεμα. ‘Θα σου παραγγείλω ένα τσάι.’ Πρόσθεσε και φόρεσε γρήγορα και νευρικά τα γάντια της.

Χτύπησε το κουδουνάκι και κάλεσε την υπηρέτρια. Όταν η νεαρή Μπέατρις έκανε την εμφάνιση της, η μητέρα μου έδωσε τις προσταγές της και ύστερα μου χαμογέλασε.

‘Με συγχωρείς που δεν μπορώ να μείνω για να σου κάνω παρέα. Αλλά με περιμένουν οι κυρίες για το φιλανθρωπικό γκαλά.’ Άνοιξε την πόρτα και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Η ιδιαίτερη καμαριέρα της, η Μαίρη, την πρόφτασε και της έδωσε το καπέλο της. Τη βοήθησε να βάλει το πανωφόρι της και η μητέρα μου έτσι απλά έφυγε.

Έμεινα μόνος μου να αναρωτιέμαι αν θα ήταν καλύτερο να συνομιλήσω με τον τοίχο.
Η Μπέατρις επέστρεψε με το τσάι που δεν είχα καμία όρεξη να πιω! Δεν ήμουν άρρωστος, εκνευρισμένος ήμουν ή μάλλον για να το θέσω καλύτερα έξαλλος!

-‘Θα θέλατε κάτι άλλο κύριε;’ Με ρώτησε με το συνηθισμένο της ύφος. Το μπούστο της ξεχείλιζε υπερβολικά και ήξερα τον λόγο. Αλλά εκείνη την ώρα δεν είχα καμία όρεξη για χουφτώματα! Το καημένο το κορίτσι που δεν έφταιγε σε τίποτα χάλασε τα μούτρα της. Δεν είχε συνηθίσει να την απορρίπτω. Ήμουν πάντα ανοιχτός σε τέτοιου είδους προτάσεις ειδικότερα όταν δεν ήταν κανείς στο σπίτι.

Άλλωστε χρωστούσα πολλά στο υπηρετικό προσωπικό. Αν μη τι άλλο μου είχε μάθει όλα όσα ήξερα.

-‘Ευχαριστώ Μπέατρις αλλά αυτή την στιγμή δεν χρειάζομαι τίποτα. Αν χρειαστώ θα σε φωνάξω.’ Είπα και το εννοούσα.

Ίσως αργότερα… Σκέφτηκα και της έριξα ένα βλέμμα όλο νόημα. Το κορίτσι βγήκε από το δωμάτιο και έμεινα πάλι μόνος.

Αυτό το πρωινό είχε ξεκινήσει πολύ άσχημα, πάρα πολύ άσχημα… Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να βγάλω αυτή την τρελή ιδέα από το μυαλό του πατέρα μου.
Ξαφνικά είχε αποφασίσει πως είχα φτάσει σε ηλικία γάμου. Και ήταν μάλιστα τρισευτυχισμένος επειδή είχε βρει την καταλληλότερη για εμένα.

Την Ιζαμπέλα Σουάν, την μεγάλη κόρη του διευθυντή της Νέας Εργατικής Τράπεζας.
Βέβαια δεν την ήξερα αυτή την Ιζαμπέλα, δεν την είχα δει ποτέ. Αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να παντρευτώ. Άλλωστε ήταν πολύ μικρή. Μόλις 17 ετών. Ένα άβουλο και άχαρο κορίτσι…

Και εδώ που τα λέμε ήμουν κι εγώ μικρός! Στα 23 μου είχα καιρό ακόμα για γάμους και οικογένειες.
Βημάτισα νευρικά μέσα στο γραφείο και ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι από τον εκνευρισμό.
Άνοιξα απότομα την πόρτα και βγήκα στον προθάλαμο του σπιτιού. Μόλις έφτασα κοντά στην εξώπορτα, η Μπέατρις ήρθε αμέσως για να με βοηθήσει με το σακάκι μου.
Έβγαλα το ρολόι από την τσέπη μου και έριξα μία γρήγορη ματιά. Ήθελα να δω τον θείο μου επειγόντως. Είμαι σίγουρος πως θα με βοηθούσε και ήταν ο μόνος που μπορούσε να επηρεάσει τον πατέρα μου.
Βγήκα στον δρόμο και περπάτησα με γρήγορο βήμα για να βοηθήσω το μυαλό μου να σκεφτεί καθαρά.


Στου καρλάιλ


Η θεία μου, διάβαζε ένα βιβλίο και φαινόταν εντελώς χαμένη στον δικό της κόσμο. Συμπεριφερόταν σαν να μην είχε ακούσει τίποτα απ’ όσα είχα πει όλη τη προηγούμενη ώρα.
Ο θείος μου πάλι καθόταν σκεφτικός στο γραφείο του και ευτυχώς για εμένα υπήρχε και κάποιος που μου έδινε προσοχή, τώρα έδειχνε να σκέφτεται και να ζυγίζει την κατάσταση.

-‘Έντουαρντ, όπως πάντα συνηθίζεις να φέρνεις την καταστροφή.’

-‘Δεν θέλω να παντρευτώ, δεν θέλω!’ Φώναξα. ‘Πόσο μάλλον κάποια την οποία δεν γνωρίζω! Άλλωστε είμαι μικρός ακόμα.’

-‘Ω, σε παρακαλώ. Είσαι μόλις ένα χρόνο μικρότερος από τον Έμετ κι εκείνος είναι κιόλας αρραβωνιασμένος.’ Ναι, αυτό ήταν αλήθεια αλλά ξαφνικά πριν λίγους μήνες ήταν λες και αυτή η Ρόζαλι Χέιλ είχε κάνει μάγια στον Έμετ. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Έτρεχε πίσω από τη φούστα της σαν μανιακός. Και αυτή έπαιζε καλά το παιχνίδι της γιατί απ’ ότι μου είχε πει ο ξάδελφος μου μέχρι και τώρα δεν είχε συμβεί απολύτως τίποτα ανάμεσα τους. Φυλαγόταν για τον γάμο…

Ανούσιες καθυστερήσεις… Σκέφτηκα.

-‘Ναι αλλά και πάλι δεν θα παντρευτώ κάποια που δεν γνωρίζω.’

-‘Ε, φρόντισε λοιπόν να τη γνωρίσεις!’ Αυτή η τόσο ψύχραιμη συμπεριφορά όλων είχε αρχίσει να με εκνευρίζει.

-‘Δεν θέλω να τη γνωρίσω!’ Είπα πεισματικά.

-‘Λυπάμαι αλλά αν έχεις αυτή τη συμπεριφορά δεν μπορώ να σε βοηθήσω Έντουαρντ.’ Είπε ο Κάρλαιλ και σήκωσε τα χέρια ψηλά. Σηκώθηκε από το γραφείο του και άρχισε να ετοιμάζεται και αυτός για τη λέσχη.

-‘Περίμενε!’ Είπα ικετευτικά. ‘Δεν μπορεί να με βοηθήσει κανείς άλλος όπως εσύ. Ο πατέρας μου μόνο εσένα ακούει.’

-‘Πολύ φοβάμαι ότι για να σε βοηθήσω θα πρέπει ηρεμήσεις κάπως πρώτα. Περίμενε να γνωρίσεις την κοπέλα να δεις πως σου φαίνεται και ύστερα το ξανασυζητάμε.’

-‘Όχι.’ Επέμενα. Ο Έμετ μπήκε μέσα την χειρότερη ώρα. Η θεία μου απαθής βγήκε από το δωμάτιο. Δικαιολογήθηκε ότι έπρεπε να βοηθήσει στην κουζίνα.

-‘Τι έμαθα ξάδερφε; Ετοιμάζεσαι να ντυθείς γαμπρός;’

-‘Ω, εσύ μου έλειπες τώρα…’ Γκρίνιαξα…

-‘Λοιπόν είμαστε σύμφωνοι Έντουαρντ;’ Ρώτησε ο Καρλάιλ.

-‘Όχι, δεν είμαστε.’

-‘Έμετ, σε παρακαλώ, πήγαινε μία βόλτα με τον εξάδελφο σου μήπως και μπορέσεις εσύ να τον κάνεις να ηρεμήσει. Το ξανασυζητάμε τότε.’ Με χτύπησε συγκαταβατικά στον ώμο και ύστερα έφυγε.
Ήταν λες και είχαν συνωμοτήσει όλοι μαζί για να με παντρέψουν οπωσδήποτε με αυτή τη Ιζαμπέλλα Σουάν…

-‘Γιατί το κάνεις τόσο θέμα Έντουαρντ;’ Ο Έμετ με εκνεύριζε περισσότερο απ’ όλους.

-‘Είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο; Ο πατέρας μου ξαφνικά σήμερα το πρωί μου ανακοίνωσε πως έφτασε η ώρα να παντρευτώ. Και σαν να μην έφτανε αυτό αλλά μου βρήκε και την τέλεια νύφη σύμφωνα με τα δικά του δεδομένα βέβαια!’

-‘Την έχεις δει τη Μπέλλα;’ Με ρώτησε με περιέργεια.

-‘Μπέλλα;’

-‘Ναι. Έτσι τη φωνάζουν χαϊδευτικά.’

-‘Όχι.’ Είπα. ‘Εσύ;’ Τι με έπιασε και ρωτούσα τώρα ξαφνικά. Αφού έτσι κι αλλιώς δεν ενδιαφερόμουν.

-‘Ναι, στον χορό των Στάνλευ.

-‘Θεέ μου… είναι φίλη της Τζέσικα Στάνλευ;’

-‘Δεν νομίζω.’ Ο Έμετ κούνησε το κεφάλι του. ‘Ήταν πολύ ήσυχη όλη τη βραδιά, δεν έφυγε δίπλα από τη μητέρα της και δεν χόρεψε με κανέναν.’

-‘Θα είναι ασήμαντη.’ Είπα πικρόχολα.

-‘Είναι όμορφη πάντως.’

-‘Νόμιζα πως η μόνη γυναίκα που βρίσκεις όμορφη τον τελευταίο καιρό είναι η Ρόζαλι.’ Ανασήκωσα διαβολικά το φρύδι μου.

-‘Πράγματι!’ Είπε ο Έμετ και αναστέναξε. ‘Αλλά το θέμα μας τώρα δεν είμαι ούτε εγώ ούτε η Ρόζαλι.’

-‘Ακριβώς! Το θέμα μας είναι να πείσω τον πατέρα μου να βγάλει αυτή την τρελή ιδέα από το μυαλό του!’

-‘Ο πατέρας μου τι είπε;’

-‘Με υποχρέωσε… Είπε να τη γνωρίσω πρώτα και μετά βλέπουμε.’

-‘Τώρα που το σκέφτομαι μου ήρθε μία καταπληκτική ιδέα!’ Το πρόσωπο του Έμετ φωτίστηκε αλλά αυτό αντί να με ανακουφίσει με τρόμαξε περισσότερο.

-‘Το καλό που σου θέλω να είναι κάτι καλό.’

-‘Πως θα σου φαινόταν αν εσύ είχες την ευκαιρία να τη δεις από μακριά χωρίς να σε δει εκείνη;’
Αυτό, όπως ήταν λογικό μου εξίταρε την περιέργεια. Είχα φανταστεί μία στημένη γνωριμία, παρουσία όλων των συγγενών και θα ήταν ουσιαστικά μία υπόσχεση γάμου.
Βέβαια και πάλι δεν υπήρχε περίπτωση να παντρευτώ αλλά τουλάχιστον να έβλεπα ποια ήταν αυτή η υποψήφια νύφη τέλος πάντων.
Οι πληροφορίες που είχα γιαυτή ήταν περίπου μέσα στα πλαίσια που είχε αναφέρει νωρίτερα ο Έμετ.
Πολύ χαμηλών τόνων, ντροπαλή και σπάνια αντάλλαζε κουβέντες με τον οποιονδήποτε. Φυσικά δεν είχα και πολλές πληροφορίες γιατί δεν είχα ασχοληθεί και δεν υπήρχε και λόγος.
Αλλά ο Έμετ έλεγε πως ήταν όμορφη. Βέβαια αν έπαιρνα για παράδειγμα τη Ρόζαλι μάλλον δεν είχαμε τα ίδια γούστα.

-‘Πως μπορούμε να το κάνουμε αυτό;’ Ρώτησα τελικά.

-‘Ξέρω ένα μέρος όπου πηγαίνει κάθε μέρα και κολυμπάει μόνη της!’ Αυτή η πληροφορία οφείλω να ομολογήσω ότι με σόκαρε σε ένα βαθμό.

-‘Και πως έμαθες εσύ κάτι τέτοιο;’

-‘Η αδελφή της, η Άλις το εκμυστηρεύτηκε στη Ρόζαλι. Της αρέσει λέει η φύση.’ Ο Έμετ κρυφογέλασε πονηρά μέσα από τα δόντια του.

-‘Και πως ακριβώς θα τη δούμε;’

-‘Πάει στο ποτάμι αλλά σε απόμερο σημείο. Πίσω από την καλύβα του γέρο – Τομ. Δεν υπάρχει ψυχή εκεί!’

-‘Γιατί μου φαίνεται ότι το έχεις σκεφτεί πολύ καλά όλο αυτό;’

-‘Απλά της Ρόζαλι της έκανε εντύπωση αυτή η τρέλα και μου έδωσε όλες τις λεπτομέρειες.’
Για να πω την αλήθεια δεν ξέρω αν μου άρεσε το ότι ο Έμετ ήξερε όλα αυτά για το κορίτσι. Αλλά από τη στιγμή που μου είχε αναφέρει αυτές τις πληροφορίες είχε φουντώσει μέσα μου μία παράλογη έξαψη. Αν μη τι άλλο είχα περιέργεια να τη δω.

-‘Πότε;’ Ρώτησα.

-‘Σήμερα μετά το μεσημεριανό φαγητό;’ Το πονηρό χαμόγελο του Έμετ με έκανε και εμένα να χαμογελάσω. ‘Θα πάμε με την άμαξα μέχρι ένα σημείο και μετά με τα πόδια. Δεν θέλουμε να μας καταλάβει, έτσι δεν είναι;’

-‘Ναι!’ Συμφώνησα. ‘Μόνο που… αυτή ίσως και να γίνει γυναίκα μου. Άρα μόνο εγώ θα τη δω να κολυμπάει, κατάλαβες;’

-‘Περίεργο! Τόση ώρα νόμιζα ότι έψαχνες να βρεις έναν τρόπο ώστε να μην την παντρευτείς!’ Είπε και ξέσπασε σε ένα βροντερό γέλιο!

************


Τα πράγματα πήγαν περίπου όπως τα είχαμε σχεδιάσει. Νωρίς το μεσημέρι, μετά το φαγητό, εγώ και ο Έμετ το είχαμε σκάσει με τη δικαιολογία ότι θα παίζαμε σκάκι στη λέσχη.

Δεν είχα φέρει καμία άλλη αντίρρηση σχετικά με το θέμα του ‘γάμου’ ή μάλλον για να είμαι απόλυτα δίκαιος συμπεριφερόμουν σαν η συζήτηση αυτή να μην είχε γίνει ποτέ.
Και για καλή μου τύχη, οι γονείς μου συμπεριφέρθηκαν κι εκείνοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ήταν βέβαια θέμα χρόνου μέχρι να αρχίσει ο πατέρας μου να οργανώνει όλες τις κατάλληλες προετοιμασίες.

Αλλά προς το παρόν θα κέρδιζα χρόνο. Θα έβλεπα τέλος πάντων πως ήταν αυτή η περιβόητη Ιζαμπέλα και αντίστοιχα θα σκεφτόμουν τι θα έκανα στη συνέχεια. Ίσως να κέρδιζα χρόνο αν δεχόμουν τυπικά και διαιώνιζα την κατάσταση με έναν μακράς διαρκείας αρραβώνα.
Περπατήσαμε με τον Έμετ πάνω από δύο χιλιόμετρα μέσα στις καλαμιές και προσπεράσαμε την παράγκα του γέρο – Τομ όταν φτάσαμε σε ένα υπέροχο, ατελείωτο, καταπράσινο λιβάδι. Πολύχρωμα λουλούδια ξεφύτρωναν ατίθασα εδώ και εκεί και το στόλιζαν δίνοντας του μία γοητευτική πινελιά. Δεν είχα πάει ποτέ ξανά σε αυτό το μέρος και παραδέχομαι πως είχα εντυπωσιαστεί.

Από εκεί μπορούσα να ακούσω ολοκάθαρα τον ήχο του νερού. Το ποτάμι ξεκινούσε λίγα μέτρα πιο κάτω. Και ήταν αλήθεια πως δεν υπήρχε ψυχή σε αυτό το μέρος.

-‘Λοιπόν’ Ρώτησα ανυπόμονα τον Έμετ, ‘πότε θα έρθει;’

-‘Μα πως κάνεις έτσι; Θα πρέπει να περιμένουμε λίγο. Ίσως να μην έχει συγκεκριμένο ωράριο ή μπορεί να μην έρθει σήμερα.’ Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα.

-‘Μα τι λες; Είναι δυνατόν να κάναμε όλο αυτό τον δρόμο άδικα;’ Είχα απογοητευτεί.

-‘Έλα εδώ να κρυφτούμε.’ Μου πρότεινα χαμηλόφωνα. ‘Νομίζω πως κάτι ακούω.’

Υπάκουσα στις υποδείξεις του και κρυφτήκαμε και οι δύο πίσω από τους θάμνους και τις φυλλωσιές. Η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που θα ήταν αδύνατον να μας δει ο οποιοσδήποτε.

Και τότε συνέβη το απροσδόκητο…

Ένα νεαρό κορίτσι με μαλλιά στο χρώμα του κάστανου πρόβαλε στο καταφώτιστο λιβάδι. Τα μαλλιά της ήταν μακριά μέχρι τη μέση της και τα μάτια της είχαν εκείνο το καφέ της σοκολάτας γάλακτος.
Ξεροκατάπια και εστίασα το βλέμμα μου για να την παρατηρήσω καλύτερα.
Ήταν στ’ αλήθεια όμορφη αλλά δεν ήταν η εκθαμβωτική ομορφιά που θα παρατηρούσε κανείς στη Ρόζαλι. Αντίθετα φαινόταν συνηθισμένη και αθώα… Αυτή η αίσθηση της αθωότητας που ανέβλυζε από πάνω της με έκανε να σφίξω γερά τις γροθιές μου.

Πόθος ασυγκράτητος και βασανιστικός φούντωσε μέσα μου, τέτοιος που όμοιο του δεν είχα νιώσει ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή μου.
Δεν ήταν λογικό να νιώθω έτσι. Λες και μόλις είχε εμφανιστεί με είχε χτυπήσει κεραυνός.
Στα χέρια της κρατούσε μία μεγάλη, κατάλευκη, πετσέτα. Την είχε μαζί της για να τυλιχτεί μετά το μπάνιο της φαίνεται. Στην ιδέα και μόνο ότι σε λίγο θα την έβλεπα μόνο με τα εσώρουχα ένιωσα τον λαιμό μου ξερό.

Φορούσε ένα λευκό, καθημερινό φόρεμα που έφτανε μέχρι τον αστράγαλο της, με μία γαλάζια κορδέλα που έδενε στη μέση.
Κοίταξε προσεχτικά δεξιά και αριστερά, φοβούμενη να μην τη παρακολουθεί κανείς.
Που να ήξερε η άμοιρη…

Μόλις σιγουρεύτηκε ότι ήταν απολύτως μόνη της γέλασε και τα χείλη της σχημάτισαν μία τέλεια ροζ καρδιά.
Ο σφυγμός μου άρχισε να γίνεται πολύ πιο γρήγορος και ένιωσα τον ιδρώτα μέσα από το πουκάμισο μου.
Εκείνη ύστερα έκανε έναν αυτοσχέδιο χορό και στροβιλίστηκε στην έκταση του λιβαδιού μέχρι που μου φάνηκε πως ζαλίστηκε και σωριάστηκε χαρούμενη στο έδαφος.

-‘Λοιπόν;’ Μου ψιθύρισε χαμηλόφωνα ο Έμετ.

-‘Σσσς.’ Τον σκούντηξα. ‘Θα μας ακούσει.’

Έμεινε για λίγο εκεί ξαπλωμένη με τα μάτια κλειστά και μου φάνηκε πως ονειρευόταν κάτι όμορφο ή έφερνε στο μυαλό της ευτυχισμένες αναμνήσεις.

Μακάρι να μπορούσα να διαβάσω το μυαλό της… Σκέφτηκα.

Λίγα λεπτά αργότερα, σηκώθηκε με νωχελικές κινήσεις και χάθηκε μέσα στα δέντρα κατευθυνόμενη προς την όχθη του ποταμού.

Εγώ και ο Εμέτ βγήκαμε από τις φυλλωσιές και πριν εκείνος κάνει ακόμα ένα βήμα τον σταμάτησα.
-‘Μόνο εγώ θα πάω.’ Του ανακοίνωσα με αυστηρό ύφος.

-‘Εντάξει.’ Είπε ο Έμετ και έδειξε πως είχε καταθέσει κιόλας τα όπλα. ‘Για πες μου όμως, σου αρέσει;’

-‘Δεν μπορώ να πω…’ Είπα ψέματα, ήμουν ελεεινός… ‘δεν πρόλαβα να τη δω καλά.’ Συμπλήρωσα.
Αλλά ο Έμετ μπορούσε να περιμένει. Το κορίτσι τώρα θα είχε φτάσει κιόλας στο ποτάμι και θα ήταν έτοιμη να βουτήξει.

Χωρίς να σκεφτώ περισσότερο την ακολούθησα μέσα στα δέντρα. Προχώρησα με πολύ προσεχτικά βήματα για να μη κάνω θόρυβο και κινδυνέψω να με αντιληφθεί.
Ευτυχώς για εμένα όταν έφτασα κοντά στην όχθη - αλλά κρυμμένος πάντα πίσω από τους θάμνους - πρόσεξα ότι εκείνη δεν είχε καταλάβει τίποτα.

Βρισκόταν τώρα στο χείλος του ποταμού και έβγαζε τα παπούτσια της. Βούτηξε τα πόδια της μέσα στο νερό και μπόρεσα μέχρι κι εγώ να νιώσω την ανατριχίλα της. Το νερό δεν θα ήταν ζεστό και μου έκανε εντύπωση που της άρεσε να διασκεδάζει κολυμπώντας αυτή την εποχή.
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη σκέψη μου γιατί η ανάσα μου κόπηκε. Με μία αέρινη κίνηση το κορίτσι έλυσε την ζώνη που συγκρατούσε το φόρεμα της και το ξεφορτώθηκε. Το δαντελένιο, λευκό της κρινολίνο έκανε την εμφάνιση του.

Αυτό το λευκό ύφασμα, αγκάλιαζε απαλά τα στήθη της και κατέληγε μέχρι τα γόνατα της.
Δεν ήταν καλή ιδέα αυτή η παρακολούθηση… Σκέφτηκα τελικά. Μόνο σε μπελάδες με είχε βάλει.
Ήθελα αυτό το κορίτσι με έναν τρόπο πρωτόγνωρο και διαφορετικό. Το γεγονός ότι την προόριζαν για σύζυγο μου έκανε την επιθυμία μου βαθύτερη. Ήταν από καλή οικογένεια και ανέγγιχτη… Θα ήμουν ο πρώτος που…

Όχι, δεν μπορούσα να αφήσω τον εαυτό μου να το σκεφτεί αυτό γιατί θα ερχόμουν σε πολύ δύσκολη θέση. Και δεν θα υπήρχε τρόπος να δικαιολογήσω στο Έμετ τους λεκέδες στο παντελόνι μου.

Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου το κορίτσι βούτηξε με βιασύνη μέσα στο νερό. Άκουσα τη πνιχτή κραυγή που έβγαλε προφανώς από τη παγωμένη θερμοκρασία του νερού.
Δεν μπορούσα να καταλάβω τι είδους συνήθεια ήταν αυτή… Θα μπορούσα όμως να μάθω έτσι δεν είναι; Θα μπορούσα να ρωτήσω την ίδια άραγε;

Δεν έμεινε πολύ μέσα στο νερό και αυτό ήταν και το λογικό. Λίγο ακόμα και θα άρχιζα να σκέφτομαι σοβαρά να τη βγάλω εγώ ο ίδιος έξω.

Θα μπορούσε να αρρωστήσει με αυτή την τρέλα.
Βγήκε με γρήγορες κινήσεις αλλά έδειχνε απόλυτα ευχαριστημένη. Στο πρόσωπο της είχε ζωγραφιστεί μία έκφραση πληρότητας και ικανοποίησης. Σκέφτηκα τις εκφράσεις που θα έπαιρνε αν δοκίμαζε άλλου είδους απολαύσεις και ικανοποιήσεις… Το είχα παρακάνει.

Αλλά δεν ήμουν εγώ ο μόνος φταίχτης. Για μία στιγμή πριν τυλιχτεί σφιχτά με την πετσέτα της, πρόλαβα να δω το λευκό της μεσοφόρι που είχε κολλήσει πάνω της και είχε γίνει απόλυτα διάφανο. Μπόρεσα να δω ολοκάθαρα τη ροδαλή της σάρκα μέσα από αυτό.

Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μία βαθιά ανάσα. Η κατάσταση μέσα στο παντελόνι μου δεν ήταν καθόλου καλή. Δεν άντεξα να ακολουθήσω και πάλι το κορίτσι. Την άφησα να απομακρυνθεί μέχρι που χάθηκε. Εξαφανίστηκε απότομα όπως ακριβώς είχε έρθει.

Έμεινα λίγα λεπτά ακόμα εκεί προσπαθώντας να βρω και πάλι τον αυτοέλεγχο μου.
Επέστρεψα στον Έμετ καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για να δείχνω ψύχραιμος και αδιάφορος.
-‘Την είδες να κολυμπάει;’ Ρώτησε ο ξάδελφος μου με περιέργεια.

-‘Ναι την είδα.’ Καθάρισα τον λαιμό μου.

-‘Και;’

-‘Παραδέχομαι…’ Είπα με δισταγμό ‘πως είναι όμορφη.’

-‘Δεν σου τα έλεγα;’ Ο Έμετ έδειχνε ικανοποιημένος. ‘Και τώρα; Τι σκέφτεσαι να κάνεις;’

-‘Δεν ξέρω…’ Είπα. ‘Το ότι είναι όμορφη δεν σημαίνει ότι θα την παντρευτώ κιόλας.’ Προσπάθησα να δείχνω πειστικός.

Και αυτό επειδή κάτι μου έλεγε μέσα μου ότι ήμουν ικανός ακόμα κι εκεί να φτάσω μόνο και μόνο για να την κάνω δική μου.


***********


Είχα παίξει στο πιάνο σχεδόν όσα κομμάτια θυμόμουν από μνήμης. Ήταν σχεδόν περασμένα μεσάνυχτα και είχα μείνει μόνος μου στο καθιστικό.

Οι γονείς μου είχαν πάει από πολύ νωρίς για ύπνο.
Ο πατέρας μου, μου υπενθύμισε στο δείπνο, πως σύντομα θα κανόνιζε με τον Κο Σουάν μία επίσημη επίσκεψη στο σπίτι του για να γνωρίσω την αρραβωνιαστικιά μου.
Του έκανε μεγάλη εντύπωση το ότι δεν αντέδρασα.

-‘Έντουαρντ, χαίρομαι που βλέπω ότι έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι ώριμα τελικά. Αν και ήμουν σίγουρος ότι σύντομα θα κατανοούσες το σκεπτικό μου.’

Δεν έδινα δεκάρα τσακιστή για τις επιθυμίες του πατέρα μου. Είχα άλλου είδους επιθυμίες να καταπολεμήσω…
Η εικόνα του κοριτσιού δεν είχε φύγει από το μυαλό μου ούτε στιγμή από το απόγευμα που την είχα δει. Την σκεφτόμουν συνέχεια. Και αυτό ήταν κάτι που δεν μου είχε συμβεί ποτέ ξανά… Αναρωτιόμουν τι στο καλό είχα πάθει.

Υπήρχε άραγε περίπτωση να είχε συμβεί κάτι αντίστοιχο στον Έμετ όταν γνώρισε τη Ρόζαλι; Μήπως ήμουν πολύ σκληρός μαζί του όλο αυτό τον καιρό που τον πείραζα για τις αδυναμίες του; Το είχα ήδη μετανιώσει.
Αν ο Έμετ βασανιζόταν από αυτού του είδους την κατάσταση μπορώ να πω ότι τον λυπόμουν… και τον λυπόμουν ακόμα περισσότερο επειδή ο αρραβώνας του είχε κρατήσει ήδη αρκετό καιρό. Η Ρόζαλι είχε τάσεις επιδειξιομανίας και ήθελε να οργανώσει τον τέλειο γάμο. Αυτό καθυστερούσε κάπως τα πράγματα. Και ο κακόμοιρος ο Έμετ περίμενε…

Χτύπησα με δύναμη τα πλήκτρα του πιάνου και σηκώθηκα από τη θέση μου.
Ανέβηκα στον δεύτερο όροφο, στο δωμάτιο μου και ξάπλωσα στο υπέρδιπλο κρεβάτι μου για να ξεκουραστώ.

Έβαλα τα χέρια μου πίσω από το κεφάλι μου και έκλεισα τα μάτια μου.
Προσπάθησα να διώξω μακριά αυτές τις εικόνες που με στοίχειωναν αλλά ήταν αδύνατο.
Ήμουν ερεθισμένος όλο το απόγευμα και με δυσκολία συγκρατούσα τον εαυτό μου.
Η Μπέατρις μου χαμογελούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του δείπνου. Αρκούσε ένα νεύμα μου και τώρα θα ήταν εδώ. Αλλά δεν ήθελα… Και δεν ήθελα επειδή ήμουν σίγουρος ότι καμία άλλη δεν θα ήταν ικανή να απαλύνει τον πόνο μου παρά μόνο αυτή.

Συνήθως μου άρεσε να ξοδεύω τον καιρό μου με την Μπέατρις. Ερχόταν εδώ γδυνόταν και τριβόταν πάνω μου μέχρι που γινόμουν σκληρός και ύστερα εκείνη με περιποιόταν με όλα τα καλά που της είχε δώσει ο Κύριος.

Το υγρό της στόμα ήταν πολύ φιλόξενο και ανακουφιστικό. Ύστερα ανέβαινε πάνω μου και κουνιόταν ρυθμικά μέχρι που ξαλάφρωνα και με τύλιγε η γαλήνη.
Ήμουν πολύ εγωιστής… Σκεφτόμουν μόνο τον εαυτό μου. Ποτέ δεν προσπάθησα να κάνω κάτι παραπάνω για να την ευχαριστήσω. Αλλά νομίζω πως περνούσε καλά μαζί μου γιατί κάθε τόσο βογκούσε και αναστέναζε…

Οι σκέψεις αυτές με έκαναν μόνο χειρότερα. Έσφιξα τα δόντια μου και ξεφύσηξα. Τύλιξα σφιχτά τα σκεπάσματα ολόγυρα μου και προσπάθησα να σκεφτώ άλλα πράγματα.
Αδύνατο…

Να πάρει η οργή να πάρει… Μονολόγησα.

Ένιωθα πρησμένος και ένας οξύς πόνος με διαπέρασε. Έπρεπε να κάνω κάτι για να σταματήσει ο πόνος τουλάχιστον.

Έβαλα το χέρι μου μέσα στο παντελόνι μου και έφερα στο νου μου τις αναμνήσεις από το λιβάδι.
Το κορίτσι που χόρευε και ξάπλωνε χαρούμενα μέσα στο πράσινο…
Έπιασα σφιχτά το πράμα μου και τύλιξα το χέρι μου ολόγυρα του. Άρχισα να το κουνάω σιγά στην αρχή και ύστερα πιο γρήγορα… πιο γρήγορα…

Οι εικόνες διαδέχονταν τώρα η μία την άλλη μέσα στο μυαλό μου.
Το κορίτσι που ετοιμαζόταν να βουτήξει μέσα στο νερό με τα εσώρουχα και μετά… μετά… το βρεγμένο μεσοφόρι που είχε κολλήσει επάνω της…

Τον κούναγα ασταμάτητα τώρα και το ένιωθα πως πλησίαζε η έκρηξη.
Θυμήθηκα τις τέλειες ρώγες τις που διαγράφονταν κάτω από το λευκό ύφασμα και φαντάστηκα τον εαυτό μου να την πλησιάζει, να την αγγίζει και τα χείλη μου και τα δόντια μου πάνω στα ροδαλά μπουμπούκια της…

Αναστέναξα βαθιά και βόγκηξα πνιχτά ενώ το χέρι μου με ανακούφιζε από αυτό το βασανιστικό μαρτύριο… Λυτρώθηκα και ένιωσα ένα γλυκό κάψιμο σε όλο μου το σώμα.
Τα υγρά μου μούσκεψαν τα σεντόνια αλλά εγώ δεν βρισκόμουν εκεί. Ήμουν ακόμα μαζί της στο ποτάμι, μέσα στο νερό τώρα…
Είχα χάσει το μυαλό μου.

Και κάπου εκεί άρχισα να καταστρώνω τα σχέδια μου.
Την ήθελα και μάλιστα πολύ. Αυτό δεν μπορούσα να το αμφισβητήσω.
Άρα κάτι έπρεπε να κάνω για να την αποκτήσω.
Θα την παντρευόμουν λοιπόν αφού αυτό ήθελαν όλοι. Θα την παντρευόμουν και θα της μάθαινα όλους τους τρόπους που θα έκανε έναν σύζυγο απόλυτα και ολοκληρωτικά ευτυχισμένο!

2 comments:

Redrose13 said...

Καταπληκτική η εισαγωγή σου!!! Ήδη αγωνιώ για την συνέχεια!!! ;-)

Marina said...

Παρα πολύ ωραια ιστορια!!!! Μου αρεσε το οτι ο εντουαρντ ειναι δεμενος με τον Καρλαιλ και τον Εμμετ!!
Και η σκηνη στο λιβάδι....μαγευτικη! Μόνο αυτό εχω να πω