Sunday, January 24, 2010

Shadows in the Silver Moon (a midnight fanfic)


Shadows in the Silver moon - Μέρος Πρώτο


http://www.robsessedpattinson.com/

Κολυμπούσα μόνος μου κάτω από το ασημένιο φεγγάρι που σκέπαζε με το φως του κάθε σπιθαμή γης που μπορούσαν να δουν τα μάτια μου.

Σε ολόκληρη τη διάρκεια της ύπαρξης μου δεν είχα νιώσει ποτέ τόσο μεγάλη αμηχανία και τόση νευρικότητα. Είχαν περάσει πάνω από δέκα λεπτά που είχα αφήσει τη Μπέλλα, μόνη της, στο δωμάτιο για να ετοιμαστεί. Πως μπορούσε άραγε να ετοιμαστεί κανείς για κάτι τέτοιο;

Το ήξερα από την πρώτη στιγμή πως αυτό που θα γινόταν απόψε ήταν λάθος. Το μεγαλύτερο λάθος απ’ όσα είχα κάνει από τη μέρα που τη γνώρισα. Αν και προσπαθούσα να διαλέξω ανάμεσα σε αυτό και σε εκείνο που είχα κάνει όταν την είχα αφήσει μόνη για ένα χρονικό διάστημα. Πάνω στην απελπισία μου να την προστατεύσω από τον ίδιο μου τον εαυτό και τους ομοίους μου, έφυγα μακριά της ελπίζοντας πως έτσι της έδινα την ευκαιρία να ζήσει μία φυσιολογική – ανθρώπινη ζωή. Αντί γιαυτό το μόνο που κατάφερα ήταν να τη σπρώξω στην αγκαλιά ενός λυκάνθρωπου και να είναι ταυτόχρονα απίστευτα δυστυχισμένη. Και κάπου εκεί, όταν πια επέστρεψα μετανιωμένος πικρά για όσα την έκανα να υποφέρει, ίσως να σκέφτηκα και για λίγο τον εαυτό μου. Σίγουρα όταν της πρότεινα να με παντρευτεί υπήρχε και κάποιο δείγμα εγωισμού μέσα μου.

Το πιο συνηθισμένο πράγμα που διαπραγματευόταν μαζί μου η Μπέλλα ήταν η μεταμόρφωση της. Φαντάζομαι ότι την εξώθησα στα άκρα όταν της ζήτησα να με παντρευτεί και αυτός ήταν και ο σκοπός μου. Πως μπορούσα να τη μεταμορφώσω σε ένα σκοτεινό – καταραμένο - σε μία αιωνιότητα, πλάσμα όταν σκεφτόταν τόσο πολύ μία απλή – τυπική δέσμευση όπως ήταν ο γάμος. Νόμιζα πως η Μπέλλα θα έλεγε όχι τελικά. Κατά κάποιο τρόπο ήλπιζα να πει όχι. Υπήρχε όμως και μία ακατανίκητη επιθυμία μέσα μου να πει ναι. Και τελικά εκείνη είχε δεχθεί.

Ούτε στιγμή δεν είχε περάσει από το μυαλό μου τότε πως όλο αυτό θα με έφερνε αντιμέτωπο με ένα άλλο πρόβλημα. Η δέσμευση που έχω εγώ με την Μπέλλα για τον δικό μου κόσμο και για τα δικά μου συναισθήματα είναι αιώνια, από την πρώτη στιγμή που κατάλαβα πως την αγαπώ. Ίσως από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισα. Οι άνθρωποι παρ’ όλο που ζουν πολύ λίγο χρονικό διάστημα σε σχέση με εμάς, αντιμετωπίζουν αυτού του είδους τις δεσμεύσεις με πολύ χειρότερο τρόπο.

Από τη στιγμή που η Μπέλλα είχε δεχθεί να με παντρευτεί και εγώ την είχα διαβεβαιώσει πως θα εκπλήρωνα την επιθυμία της να τη μεταμορφώσω εγώ ο ίδιος και να ανήκει πλέον ολοκληρωτικά στο δικό μου είδος, ξαφνικά είχε προκύψει και κάποια άλλη απαίτηση από την πλευρά της. Ήθελε να κάνουμε έρωτα όσο ήταν ακόμα άνθρωπος…

Προσπάθησα με πολλούς τρόπους να το αποφύγω αυτό για όσο περισσότερο καιρό μπορούσα. Αλλά η Μπέλλα ήταν άνθρωπος και ούτε καν μπορούσε να φανταστεί πόσο εγώ ο ίδιος βασάνιζα τον εαυτό μου για να κρατάω πάντα τις ισορροπίες ανάμεσα μας.

Υπήρξε ένα βράδυ που ήταν αποφασισμένη γιαυτό. Ήταν έτοιμη να δεχθεί να με παντρευτεί και παράλληλα ήθελε με αυτό τον τρόπο να σφραγίσουμε κατά κάποιο τρόπο της συμφωνία μας. Δεν μπορώ να την αδικήσω γιατί παράλληλα μας περίμενε ένας πόλεμος με ένα νεοσύστατο στρατό βαμπίρ ενώ ένας λυκάνθρωπος – πολύ πιο φυσιολογικός σε σχέση με εμένα – την πολιορκούσε και προσπαθούσε να μου τη πάρει.

Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Την αγαπώ τόσο πολύ που δεν θα μπορούσα με τίποτα να το συγχωρέσω στον εαυτό μου αν της έκανα κακό με οποιοδήποτε τρόπο.

Εκείνο το βράδυ ήμασταν μόνοι στο σπίτι μου και με έπιασε τελείως απροετοίμαστο. Απ’ όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου, η Μπέλλα είναι το μοναδικό του οποίου δεν μπορώ να διαβάσω τις σκέψεις του. Σαν να υπάρχει κι άλλη μία κατάρα πάνω από το κεφάλι μου η οποία προστάζει να μη μπορώ να διαβάσω τις σκέψεις του μοναδικού ανθρώπου που θα ήθελα να γνωρίζω, της μοναδικής ύπαρξης που λατρεύω περισσότερο από κάθε τι.

Όταν κατάλαβα τι είχε στο μυαλό της, πάγωσα στη θέση μου σαν στήλη άλατος. Προσπάθησα να τη λογικεύσω αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να την πληγώσω. Για μία στιγμή εκείνη πίστεψε πως την απέρριπτα, πως δεν την επιθυμούσα. Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει περισσότερο από εμένα τον ίδιο, πόσο επιθυμούσα αυτόν τον άνθρωπο με αυτό τον τρόπο. Ήταν σίγουρα πρωτόγνωρο για εμένα, κάτι που υπερνικούσε τα πάντα μέσα μου. Έμοιαζε πολύ ανθρώπινο. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω όπως δεν μπορούσα να εξηγήσω και όλα τα άλλα, ανθρώπινα συναισθήματα που ένιωθα από την ημέρα που την είχα γνωρίσει. Αγάπη, ενδιαφέρον, ζήλια… Πόσο με τρέλαινε η ζήλια όταν ήξερα ότι είχε έναν τρόπο – διαφορετικό ίσως να αγαπάει τον Τζέηκομπ Μπλακ…

Ούτε που ήθελα να θυμάμαι τι είχε συμβεί λίγες ώρες πριν, κατά τη διάρκεια της δεξίωσης του γάμου μας. Προσπαθούσα κάθε φορά να δικαιολογήσω τη στάση του Τζέηκομπ, προσπαθούσα να είμαι λογικός και να κρατάω την ψυχραιμία μου. Κατά βάθος μέσα μου πέθαινα κάθε φορά που εκείνος μπορούσε να την αγγίξει με τον τρόπο που δεν μπορούσα εγώ. Με σκότωνε το ότι εκείνος μπορούσε να τη ζεστάνει, να την κάνει να νιώθει όμορφα ενώ εγώ το μόνο που μπορούσα να της προσφέρω ήταν το παγωμένο – σκληρό σώμα μου.

Ευτυχώς τα πλάσματα του είδους μου δεν μπορούσαν να κλάψουν και έτσι δεν θα έμπαινα ποτέ σε μία τέτοια διαδικασία.

Κάπως έτσι είχα πειστεί ότι έπρεπε να δώσω στη Μπέλλα αυτό που ήθελε τόσο πολύ. Λογικά, θα ήταν πιο εύκολο όταν θα μεταμορφωνόταν και θα γινόταν πια σαν κι εμένα. Αλλά προς το παρόν αυτό δεν ήταν εφικτό. Πρώτα απ’ όλα η Μπέλλα κατά βάθος δεν είχε ακόμα αποφασίσει αν ήθελε να γίνει βαμπίρ. Η ίδια έλεγε πως ήταν έτοιμη και ήταν κάτι που το επιθυμούσα πλέον κι εγώ. Ήταν εγωιστικό αλλά είχα φτάσει πια στα όρια μου.

Όμως ενώ έλεγε πως ήταν έτοιμη και ενώ κι εγώ ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα ερχόταν η ώρα για να το κάνω, κανείς από τους δυό μας δεν φαινόταν ικανός για να το πραγματοποιήσει. Και εκτός αυτού η Μπέλλα ήθελε να δοκιμάσει ενώ ήταν ακόμα άνθρωπος. Φοβόταν πως όταν θα μεταμορφωνόταν, θα άρχιζε να νιώθει διαφορετικά και σαν νεογέννητος βρικόλακας αυτό που θα την απασχολούσε περισσότερο θα ήταν η δίψα της. Αυτό ήταν αλήθεια κατά κάποιο τρόπο. Συνήθως τα νεογέννητα βαμπίρ κατακλύζονταν από την επιθυμία τους για αίμα και τους ήταν αδύνατον να ελέγξουν τον εαυτό τους ώστε να υπάρχει περιθώριο για να σκεφτούν άλλα πράγματα. Έτσι δεν είχα πια καμία άλλη επιλογή. Είχα βγάλει και τον τελευταίο άσσο που έκρυβα στο μανίκι μου και τώρα πια που είχα «κερδίσει» την παρτίδα είχε έρθει η ώρα να εκπληρώσω την υπόσχεση μου.

Μέσα μου ήξερα ότι το ήθελα κι εγώ πολύ περισσότερο απ’ όσο άφηνα να φανεί. Όμως αυτό που έπρεπε να με απασχολεί περισσότερο απ’ όλα ήταν η ζωή της Μπέλλα και όχι οι προσωπικές μου επιθυμίες. Άλλωστε ήμουν ένα πλάσμα διαφορετικού είδους, ανώτερο και ικανό να ελέγχω αυτού του είδους τις επιθυμίες. Ή μήπως δεν ήμουν;

Από εκείνο το βράδυ που είχα απορρίψει με όσο πιο ευγενικό τρόπο μπορούσα την Μπέλλα, άρχισε το θέμα αυτό να με απασχολεί πάρα πολύ. Μέχρι στιγμής τα είχα καταφέρει, είχα αποφύγει την δύσκολη αυτή κατάσταση. Όμως η Μπέλλα είχε πληγωθεί, το είχα δει στα μάτια της και αργά η γρήγορα έπρεπε να εκπληρώσω την επιθυμία της.

Το πρώτο άτομο στο οποίο απευθύνθηκα για βοήθεια ήταν ο Καρλάϊλ. Ήταν πάντα ο πιο λογικός και ο πιο συμπονετικός απ’ όλους μας. Ήλπιζα πως θα μου έδινε μία λύση στο πρόβλημα μου. Κατά βάθος ένιωθα πολύ άβολα να ξεκινήσω μία τέτοια συζήτηση μαζί του. Μου ήταν τρομαχτικά δύσκολο να μιλήσω για κάτι τέτοιο σχετικά με τον εαυτό μου και τη Μπέλλα. Ήταν πολύ άδικο που οι άλλοι δεν μπορούσαν να έχουν «ιδιωτική ζωή» για όσο βρισκόμουν γύρω τους. Όταν όμως ξεκίνησα αυτή τη συζήτηση με τον Καρλάιλ ήμουν απόλυτα σοβαρός και δεν υπήρξαν περιθώρια για αστεία. Κάτι το οποίο δεν συνέβη σε καμία περίπτωση στη συνέχεια όταν συζήτησα το ίδιο θέμα με τον Έμετ και τον Τζάσπερ.

Θυμάμαι πως είχα πάει στο γραφείο του Καρλάιλ και βρισκόμουν αρκετή ώρα εκεί μαζί του. Μιλάγαμε για διάφορα θέματα και διαρκώς προσπαθούσα να γυρίσω την κουβέντα αλλού ενώ κατά βάθος είχα πάει εξ’ αρχής εκεί μόνο για ένα συγκεκριμένο θέμα. Ο Καρλάιλ που δεν ήταν ποτέ χαζός, προσπάθησε να μου δώσει όσο χρόνο χρειαζόμουν ώστε να του μιλήσω για αυτό το οποίο πραγματικά με απασχολούσε. Άκουγα τις σκέψεις του φυσικά. Οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν πως αυτό είναι κάτι που το κάνω αυθόρμητα χωρίς να το θέλω. Είναι σαν ο άλλος να μιλάει ανοιχτά και φωναχτά. Θα πρέπει κάποιος να κλείσει τα αυτιά του με δύναμη για να μην ακούσει, ειδικότερα όταν βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με έναν μόνο άνθρωπο. Έτσι συνέχιζα να ακούω τις σκέψεις του Καρλάιλ ο οποίος αναρωτιόταν όλη αυτή την ώρα για το τι ήταν αυτό που δυσκολευόμουν τόσο πολύ να του πω.

Τελικά κατέληξα στο συμπέρασμα πως ενώ είχα το χρονικό περιθώριο της αιωνιότητας για να το ξεστομίσω, η Μπέλλα δεν θα μπορούσε να περιμένει τόσο πολύ.

Ο Καρλάιλ, συνέχιζε να με κοιτάζει στα μάτια κάνοντας τις ερωτήσεις από μέσα του. Φυσικά και ήξερε πως τον άκουγα. Τελικά αποφάσισα να το πω όσο πιο απλά γινόταν.

“Η Μπέλλα…” είπα, δίστασα για λίγο. “Η Μπέλλα, θέλει να κάνουμε έρωτα.” Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν κοιτούσα τον Καρλάιλ αλλά το πάτωμα. Γιατί δυσκολευόμουν να μιλήσω τόσο πολύ γιαυτό; Σήκωσα το βλέμμα μου τελικά και είδα πως ο Καρλάιλ, με κοιτούσε σκεπτικός.

-“Ωραία.” Είπε. “Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς. Μετά τη μεταμόρφωση της…”

-“Θέλει τώρα!” Τον διέκοψα. “Θέλει τώρα, όσο είναι ακόμα άνθρωπος.” Κοίταξα τα δάχτυλα των χεριών μου και έπαιξα νευρικά μαζί τους για λίγο.

-“Αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα…” Απάντησε ο Καρλάιλ. Σηκώθηκε από τη θέση του και βημάτισε για λίγο μέσα στο δωμάτιο. “Είναι πολύ επικίνδυνο.” Πρόσθεσε.

-“Το ξέρω.” Συγκατένευσα και κούνησα το κεφάλι μου. “Αυτό προσπαθώ να της εξηγήσω αλλά… Νομίζω πως της έχει γίνει εμμονή. Φοβάται πως δεν θα νιώθει ποτέ όπως νιώθει τώρα που είναι άνθρωπος και πως όταν θα μεταμορφωθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, στην αρχή θα την απασχολεί μόνο η δίψα της.”

-“Έτσι είναι.” Είπε ο Καρλάιλ. “Συνήθως τον πρώτο καιρό τα πράγματα είναι δύσκολα. Θα πρέπει να περιμένεις κι εσύ.”

-“Δεν με νοιάζει εμένα να περιμένω. Μπορώ να περιμένω όσο χρειαστεί. Της το έχω πει εκατοντάδες φορές. Αλλά επιμένει. Το έβαλε σαν όρο για τον γάμο μας.”


-“Τελικά εσείς οι δύο ταιριάζετε!” Είπε χαμογελώντας ο Καρλάιλ. “Σας αρέσει να βάζετε δύσκολα ο ένας στον άλλο.” Από την αντίδραση μου κατάλαβε πως δεν το διασκέδαζα καθόλου.

-“Φοβάμαι τόσο πολύ, φοβάμαι πως μπορεί να της κάνω κακό… Δεν ξέρω καν τι πρέπει να κάνω.” Είπα απελπισμένος.

-“Έντουαρντ, δεν χρειάζεται να ανησυχείς τόσο πολύ για το τεχνικό κομμάτι.” Είπε και με πλησίασε. Έπιασε απαλά τον ώμο μου. “Είμαι σίγουρος ότι αυτός δεν είναι λόγος για να ανησυχούμε. Το κυριότερο είναι μη πάθει κάτι κακό η Μπέλλα. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο θα μπορούσες να παρασυρθείς σε μία τέτοια κατάσταση.” Απομακρύνθηκε και πάλι από κοντά μου σκεφτικός.

-“Νομίζεις ότι είναι κάτι που δεν θα μπορούσα να το ελέγξω;”

-“Δεν ξέρω Έντουαρντ. Τίποτα απ’ όσα έχεις γνωρίσει δεν μπορεί να συγκριθεί με κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω καν με τι να το παρομοιάσω!” Χαμογέλασε και πάλι.

Τόσο καιρό πίστευα πως αυτού του είδους τα πράγματα δεν θα ήταν ικανά να επηρεάζουν τόσο πολύ πλάσματα σαν κι εμάς. Κι όμως κορόιδευα τον εαυτό μου. Είχα δει πολλές φορές πως ένιωθαν τα μέλη της οικογένειας μου, άθελα μου, μέσα από τις αναμνήσεις τους. Προσπαθούσα αμέσως να αγνοήσω τέτοιες εικόνες αλλά όσο καλοπροαίρετος κι αν ήμουν σίγουρα εξίταραν την περιέργεια μου. Και ήταν αυτός ο πιο βασικός λόγος που με έκανε να φοβάμαι ακόμα περισσότερο για τον εαυτό μου. Αν παρασυρόμουν τόσο πολύ πως θα ήμουν ικανός να ελέγξω τις κινήσεις μου, τις αντιδράσεις μου;

Τα λόγια του Καρλάιλ με έβγαλαν απότομα από τις σκέψεις μου.

-“Έντουαρντ, νομίζω πως μπορείς να τα καταφέρεις.” Είπε τελικά. Είχε προσέξει φαίνεται τις απελπισμένες εκφράσεις του προσώπου μου για όση ώρα είχα χαθεί στις σκέψεις μου.

-“Σου έχω εμπιστοσύνη.” Συνέχισε. “Κατάφερες να γευτείς το αίμα της. Κατάφερες να σταματήσεις τον εαυτό σου πριν να είναι πολύ αργά. Δεν νομίζω ότι υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο για το δικό μας είδος.” Ο Καρλάιλ φαινόταν πραγματικά αισιόδοξος. Το πρόσωπο του είχε ήταν ήρεμο και γαλήνιο. Πίστευε πραγματικά σε εμένα περισσότερο απ’ όσο μου άξιζε.

Τα λόγια του, κατάφεραν να μου φέρουν αναμνήσεις στο μυαλό. Ακόμα και τώρα, μπορούσα να φέρω τη γεύση του αίματος της Μπέλλα στα χείλη μου. Ήταν στ’ αλήθεια το πιο νόστιμο αίμα που είχα δοκιμάσει ποτέ σε ολόκληρη την ύπαρξη μου. Μέχρι και σήμερα και εγώ ο ίδιος δεν είχα ακόμα καταλάβει με πιο τρόπο κατάφερα να σταματήσω και δεν τη σκότωσα. Ήταν ένα αίνιγμα και για τον ίδιο μου τον εαυτό. Ο Τζάσπερ το είχε δικαιολογήσει με τον πιο παράδοξο τρόπο, “μοίρα”! Με σύμφερε πάρα πολύ να τα αποδίδω όλα στη μοίρα και στο πεπρωμένο. Αλλά πόσο μπορούσε να παίζει κάποιος συνέχεια με τις πιθανότητες και να κερδίζει; Πόσες φορές ακόμα θα έβαζα τη ζωή της Μπέλλα σε κίνδυνο και δεν θα την έχανα;

Η συζήτηση μου είχε τελειώσει κάπως έτσι με τον Καρλάιλ εκείνη την ημέρα. Είχα αποφασίσει πως έπρεπε να εκπληρώσω την επιθυμία της Μπέλλα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Νόμιζα πως ήμουν έτοιμος όταν πήγαμε οι δυό μας στο λιβάδι μας. Οι εχθροί μας και οι απειλές είχαν επιτέλους εξαφανιστεί και το μόνο που υπήρχε πια ανάμεσα μας ήταν η αγάπη μας. Προσφέρθηκα τότε να ικανοποιήσω την επιθυμία της. Για καλή μου τύχη εκείνη είχε λογικευτεί και συμφωνήσαμε να περιμένουμε μέχρι τον γάμο μας. Αυτό ήταν πολύ πιο τίμιο και σωστό κατά την άποψη μου έτσι κι αλλιώς. Με έκανε να νιώθω καλύτερα και είχα νιώσει τρομερή ανακούφιση με αυτή τη μικρή, χρονική παράταση.

Ο χρόνος όμως πέρασε γρήγορα. Και ενώ ήθελα να περάσει, ενώ λαχταρούσα να έρθει αυτή η μέρα που η Μπέλλα θα γινόταν για πάντα δική μου ταυτόχρονα με έφερε και πάλι αντιμέτωπο με τον φόβο.

Κολυμπούσα όσο πιο βαθιά μπορούσα τώρα. Έμενα επίτηδες κάτω από το νερό αρκετή ώρα προσπαθώντας να διώξω το άγχος μου αλλά δεν τα κατάφερνα. Είχε περάσει κι άλλη ώρα και η Μπέλλα δεν είχε φανεί ακόμα. Αναρωτιόμουν που να ήταν, τι να έκανε και πάνω απ’ όλα τι να σκεφτόταν! Μήπως είχε φοβηθεί κι εκείνη τελικά; Μήπως είχε αλλάξει γνώμη; Μήπως έπρεπε να τρέξω και να τη βρω; Προφανώς όλα αυτά ήταν της φαντασίας μου. Αν την τρομοκρατούσα τώρα θα τα κατέστρεφα όλα. Σίγουρα θα μου το έλεγε αν είχε αλλάξει γνώμη. Αποφάσισα να περιμένω λίγο ακόμα και να δώσω κι άλλο χρόνο στον εαυτό μου για να χαλαρώσει.

Κατάφερα να γελάσω όταν θυμήθηκα το “πάρτι εργένηδων” που είχαν ετοιμάσει για εμένα ο Τζάσπερ και ο Έμετ! Σίγουρα πολύ διαφορετικό από τα πάρτι που συνηθίζουν να κάνουν οι άνθρωποι! Ήταν περισσότερο μία από τις συνηθισμένες μας εξορμήσεις για κυνήγι. Ο Έμετ μάλιστα είχε φροντίσει ώστε να πάμε σε περιοχή με αρκετά πούμα. Η αγαπημένη μου τροφή, στα όρια του ζωικού διαιτολογίου μας πάντοτε.

Περάσαμε μέσα από το αχανές δάσος και τρέξαμε για αρκετή ώρα, ώστε φτάσαμε στις βουνοκορφές πίσω από το Σηάτλ. Ήταν αργά το βράδυ και φυσικά δεν υπήρχε ψυχή σε εκείνο το μέρος παρά μόνο τα ανυποψίαστα ζώα. Ο Έμετ, επέμενε πως έπρεπε να το γλεντήσω με την ψυχή μου καταναλώνοντας περισσότερη τροφή απ’ ότι συνήθως. Η τακτική αυτή, μου είχε γίνει συνήθεια κατά κάποιο τρόπο έτσι κι αλλιώς τον τελευταίο καιρό. Φρόντιζα πάντα να είμαι καλά χορτασμένος με μοναδική εξαίρεση την περίοδο που ήμουν μακριά από την Μπέλλα. Αναρωτιόμουν τότε θυμάμαι, αν ήταν δυνατόν να πεθάνει ένας βρικόλακας από την πείνα!

Ήξερα πως ο Καρλάιλ είχε δοκιμάσει ακόμα και αυτό την εποχή που προσπαθούσε να αυτοκτονήσει χωρίς να τα καταφέρει τελικά. Βέβαια υπήρχε μία βασική διαφορά. Ο Καρλάιλ σιχαινόταν τον εαυτό του, γιαυτό που είχε γίνει και πάνω απ’ όλα δεν ήθελε να σκοτώνει ανθρώπους. Έτσι όταν τελικά καταβρόχθισε το ανυποψίαστο ελάφι δεν ένιωσε τόσο μεγάλες τύψεις. Η δική μου περίπτωση όμως ήταν εντελώς διαφορετική. Ήθελα στ’ αλήθεια να πεθάνω αφού η ζωή μου δεν είχε κανένα νόημα πια. Ο ήλιος είχε σβήσει όλο εκείνο το χρονικό διάστημα που ήμουν μακριά από την Μπέλλα και ένιωθα σαν τυφλός μέσα σε ένα απόλυτο σκοτάδι. Η δίψα μου δεν ήταν πρόβλημα πια. Έμενα για μέρες και νύχτες ολόκληρες, ούτε που μπορώ να μετρήσω πόσες, κλεισμένος μέσα σε εγκαταλελειμμένα μέρη και βούλιαζα σταδιακά στον πάτο της απελπισίας όλο και περισσότερο. Το μόνο πράγμα που με κρατούσε ακόμα στη ζωή ήταν επειδή ήξερα πως κάπου εκεί έξω υπήρχε ακόμα εκείνη. Η καρδιά της συνέχιζε να χτυπά και μέσα μου ήλπιζα πως θα ερχόταν μία μέρα που θα την έβλεπα ξανά και ας της είχα υποσχεθεί ότι εκείνη δεν θα με έβλεπε ποτέ ξανά.

Όταν πίστεψα πως εκείνη είχε πεθάνει και ενώ είχα αρκετές μέρες να τραφώ ήταν κάτι που δεν με ένοιαζε καθόλου πια. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να πεθάνω όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ο θάνατος μου είχε γίνει μανία. Τώρα ξέρω πως αναζητούσα τη λύτρωση μέσα από αυτόν, την λύτρωση που δεν μπορούσα να προσφέρω στον εαυτό μου για την ίδια μου την ύπαρξη, για την ίδια μου την υπόσταση. Τη λύτρωση αυτή μου την έδωσε η Μπέλλα όταν τελικά κατάφερε να με σώσει σχεδόν τη τελευταία στιγμή από βέβαιο και οριστικό θάνατο.

Ακόμα θυμάμαι έντονα τα συναισθήματα που ένιωσα μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Ήμουν σίγουρος πως ήμουν νεκρός. Η ευτυχία και η αγαλλίαση που ένιωσε η ψυχή μου όταν αντίκρισε μετά από τόσο καιρό το πρόσωπο της, με έκαναν να πιστέψω πως είχα πεθάνει και είχα πάει σε ένα άλλο μέρος για να ανακουφιστώ επιτέλους από το βασανιστήριο και την τιμωρία που είχα επιβάλει ο ίδιος στον εαυτό μου.

Ούτε για μία στιγμή δεν με απασχόλησε από εκείνη την ημέρα και μετά η δίψα μου γενικότερα αλλά ακόμα πιο πολύ η δίψα μου για την Μπέλλα. Φυσικά ακόμα η μυρωδιά της μπορούσε να με τρελάνει. Αλλά όλο αυτή η δοκιμασία που είχα υποστεί με είχε κάνει ακόμα πιο δυνατό. Μπορούσα να είμαι μαζί της χωρίς να κινδυνεύει από εμένα όπως παλιά. Η δύναμη της αγάπης μου με είχε κάνει να ξεπεράσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Αυτό δεν σήμαινε βέβαια πως έπρεπε να αφήνω τα πράγματα στην τύχη τους. Έτσι φρόντιζα ώστε να χορταίνω αρκετά καλά εφόσον ξόδευα όλο τον υπόλοιπο χρόνο μου παρέα με την Μπέλλα.

Αφού είχα ικανοποιήσει τον εαυτό μου πίνοντας αρκετά, κάθισα μόνος μου στην άκρη ενός βράχου και περίμενα τους άλλους να επιστρέψουν. Πρώτος ήρθε ο Τζάσπερ και κάθισε δίπλα μου. Στο βάθος ακούγαμε τα μουγκρητά του Έμετ που διασκέδαζε ενώ κυνηγούσε μία αρκούδα. Μόνο εκείνος θα μπορούσε να την ξετρυπώσει σε αυτό το μέρος. Ο Τζάσπερ κι εγώ γελάσαμε με την ψυχή μας.

Κατά βάθος δεν ήθελα να συζητήσω το θέμα της γαμήλιας νύχτας μου με τον Έμετ και τον Τζάσπερ, περισσότερο επειδή ήξερα ότι δεν θα γλίτωνα από την καζούρα του Έμετ. Πρέπει όμως να παραδεχθώ ότι έβαλε τα δυνατά του. Περίμενα να γελάσει περισσότερο μαζί μου.

Αφού ο Έμετ τελείωσε την πανηγυρική του νίκη έναντι της αρκούδας – λες και υπήρχε περίπτωση να τον νικούσε η αρκούδα – ξαφνικά τον είδα που στεκόταν στην κορυφή του δέντρου ακριβώς από πάνω μας.

-“Έντουαρντ!” Φώναξε. “Πρέπει να κάνουμε κάτι πραγματικά επικίνδυνο απόψε!”

-“Τι ποιο επικίνδυνο απ’ ότι με περιμένει από εδώ και πέρα;” Ξεστόμισα χωρίς να το σκεφτώ.

Η ματιά μου, διασταυρώθηκε με αυτή του Τζάσπερ.

“Τι συμβαίνει;” Με ρώτησε με τη σκέψη του. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πως ίσως ο Τζάσπερ να μπορούσε να με βοηθήσει.

-“Ο γάμος μου με τη Μπέλλα.” Είπα. “Έχω υποσχεθεί ότι… ότι…” κόμπιασα, “ότι θα ολοκληρωθεί με κάθε τρόπο πριν εκείνη γίνει σαν κι εμάς.” Πριν προλάβω καλά, καλά να ολοκληρώσω την πρόταση μου, ο Έμετ είχε πηδήξει από το δέντρο και βρισκόταν κιόλας δίπλα μου.

-“Αυτό θέλω να το ακούσω! Τώρα ξεκινάει στ’ αλήθεια το πάρτι!” Είπε δυνατά και γέλασε.

-“Έμετ…” Είπα και τον κοίταξα με ένα βλέμμα που έδειχνε ότι δεν ένιωθα καθόλου καλά με όλο αυτό. Ο Έμετ σοβάρεψε απότομα.

-“Τι να κάνω;” Είπα. “Δεν ξέρω καν τι πρέπει να κάνω…”

Για μερικά δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή, κανείς από τα δύο μου αδέλφια δεν απάντησε. Και ήταν αρκετός αυτός ο χρόνος για να αφήσω το μυαλό μου να τρέξει πίσω στην ανθρώπινη ζωή μου. Ήταν δύσκολο να ανασύρω τις αναμνήσεις αλλά μπορούσα να θυμηθώ πως ένιωθα όταν ήμουν άνθρωπος για τις συνομήλικες μου γυναίκες. Ήμουν ακόμα πολύ νέος και δεν υπήρχε κάποια προοπτική γάμου για εμένα εκείνη την εποχή. Ετοιμαζόμουν να καταταγώ εθελοντής στον Α παγκόσμιο πόλεμο. Στην μετέπειτα ζωή μου ως βρικόλακας κατάλαβα πόσο μεγάλη ήταν η ουτοπία του πολέμου. Όμως ένα πραγματικά δεκαεφτάχρονο παιδί μπορούσε τότε εύκολα να θαμπωθεί από ένα ιδανικό. Οι γυναίκες λοιπόν δεν με απασχολούσαν ιδιαίτερα. Τα καλοφτιαγμένα τους μπούστα που ξεχείλιζαν από τους σφιχτούς κορσέδες ήταν απλώς ικανά να με κάνουν να βλέπω υγρά όνειρα όταν κοιμόμουν. Πόσο στ’ αλήθεια θα ήθελα να μπορούσα και τώρα να ονειρευτώ τη Μπέλλα με αυτό τον τρόπο. Και ενώ την επιθυμούσα στ’ αλήθεια με έναν τρόπο πρωτόγνωρο που μου θύμιζε πολύ εκείνη την εποχή της ανθρώπινης ζωής μου, ήταν οπωσδήποτε κάτι πολύ διαφορετικό από την απλή επιθυμία. Ήταν σίγουρα πόθος συνυφασμένος με αγάπη. Κάτι το ιδιαίτερα δυνατό και συγκλονιστικό.

Αναρωτιόμουν αν στ’ αλήθεια οι άνθρωποι ήταν δυνατόν να νιώσουν έτσι. Μήπως τα θέλω τους περιορίζονταν απλώς σε επιφανειακά καυτά όνειρα και τελείωναν τη στιγμή που θα ολοκληρωνόταν η σεξουαλική πράξη;

-“Έι, Έντουαρντ!” Είπε ο Έμετ. “Τι σκέφτεσαι;” Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Χαιρόμουν πραγματικά που ήμουν εγώ αυτός ο οποίος είχε το χάρισμα να διαβάζει τις σκέψεις των άλλων και όχι οι άλλοι τις δικές μου.

Ξαφνικά ένιωσα μία γαλήνη να απλώνεται σε όλη την ατμόσφαιρα. Αυθόρμητα γύρισα το κεφάλι μου στον Τζάσπερ.

-“Αν είναι να το κάνουμε αυτό αναμεταξύ μας…” είπα και άφησα μία βλαστήμια να ξεφύγει μέσα από τα χείλη μου. Σηκώθηκα έτοιμος να το βάλω στα πόδια. Ίσως αν έμενα για λίγο μόνος να μπορούσα να σκεφτώ πιο καθαρά.

-“Λυπάμαι που δεν μπορώ να σε βοηθήσω Έντουαρντ.” Είπε ο Τζάσπερ. “Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι πως είναι πολύ όμορφο συναίσθημα.”

-“Ναι.” Είπε ο Έμετ γεμάτος ενθουσιασμό. “Το δεύτερο καλύτερο.” Τόνισε. “Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση για εμάς είναι το να πίνουμε ανθρώπινο αίμα φυσικά.”

Αυτά του τα λόγια με έκαναν να σταματήσω. Γύρισα και πάλι προς το μέρος τους.

-“Δεν μπορώ. Θα πρέπει να βρω έναν τρόπο να το αποφύγω.” Είπα και το μυαλό μου άρχισε αμέσως να καταστρώνει σχέδια.

-“Μη το κάνεις αυτό Έντουαρντ. Θα την απογοητεύσεις.”

Φαίνεται πως ο έδειχνα τόσο αποφασισμένος ώσπου ο Τζάσπερ έτρεξε να με προφτάσει με τα λόγια του.

-“Υποτίθεται πως δεν πρέπει να το πω αυτό. Είμαι σίγουρος πως η Άλις θα χώσει γερά τα δόντια της στον λαιμό μου όταν θα είμαι αμέριμνος αν θα μάθει ότι στο αποκάλυψα.”

-“Τι είναι;” Είπα. “Κάτι κακό; Θα συμβεί κάτι κακό στη Μπέλλα;”

-“Το έχει ήδη δει να γίνεται Έντουαρντ. Και αυτό όπως και το άλλο.” Σήκωσε τους ώμους του.

-“Ναι…” Είπα συννεφιασμένος. “Πες μου ακριβώς τι σου είπε, με κάθε λεπτομέρεια.”

-“Δεν είπε τίποτα περισσότερο. Μόνο πως όλα θα πάνε καλά.” Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου. “Το ξέρω πως μερικές φορές δείχνουμε πολύ εμπιστοσύνη στα οράματα της. Άλλες πάλι τα αμφισβητούμε και γελοιοποιούμαστε.”

-“Αυτό ξανπέστο.” Είπα ξερά. Στο νου μου ήρθαν αυθόρμητα τα λόγια της Μπέλλα.

“Δεν θα στοιχημάτιζα ποτέ εναντίον της Άλις…” “Ούτε κι εγώ…” Συμφώνησα και τότε κατάλαβα ότι είχα προφέρει τις σκέψεις μου φωναχτά.

-“Σε τι;” Ρώτησε ο Έμετ.

-“Δεν έχει σημασία. Αφού θα γίνει λοιπόν μπορεί κάποιος από εσάς να μου πει τι θα πρέπει να κάνω;” Αμέσως μόλις έκανα την ερώτηση μετάνιωσα την ίδια στιγμή. Το μυαλό του Έμετ γέμισε εικόνες από ιδιαίτερες δικές του στιγμές μεταξύ εκείνου και της Ρόζαλι.

-“Έμετ! Έλεος…” Πρόσταξα. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το γέλιο μου.

-“Συγνώμη.” Είπε. “Νομίζεις ότι είναι εύκολο να προσπαθείς να κρύψεις τις σκέψεις σου;”

-“Νομίζεις ότι είναι κάτι που κάνω επίτηδες;” Απάντησα με ερώτηση.

Ο Τζάσπερ μίλησε προσπαθώντας να αποσπάσει την προσοχή μου από τον Έμετ.

-“Δεν υπάρχει τίποτα που θα πρέπει να σου πούμε Έντουαρντ. Όταν θα έρθει εκείνη η ώρα θα βρεις μόνος σου τι πρέπει να κάνεις.”

Γέμισα τα πνευμόνια μου με αέρα και αμέσως μετά ξεφύσηξα δυνατά.

-“Φοβάμαι μόνο μήπως της κάνω κακό.” Είπα.

-“Ξέρεις κάτι Έντουαρντ; Πρέπει να το πάρεις απόφαση τελικά. Αυτή είναι η μοίρα της Μπέλλα.” Κοίταξα τον Τζάσπερ και προσπάθησα να καταλάβω τι ήθελε να μου πει.

-“Σκέψου το λίγο. Αφού περίμενες τόσο καιρό γιαυτή, αφού δεν μπορείς να ζήσεις μακριά της και εφόσον έτσι νιώθει κι εκείνη και έχει ήδη δεχτεί να γίνει μία από εμάς, νομίζω ότι είναι κάτι πιο πάνω από όλους μας. Είναι το πεπρωμένο.”

-“Εσύ έχεις γίνει χειρότερος και από την Άλις!” Είπα προσπαθώντας να δώσω μία νότα χιούμορ στη συζήτηση μας.

-“Μπορεί.” Είπε ο Τζάσπερ. “Αλλά κι εγώ με την Άλις δεν είναι κάπως έτσι; Ο Έμετ με την Ρόουζ; Και ο Καρλάιλ με την Έσμε; Εδώ κατάφερες να υπερνικήσεις τον εαυτό σου και να μη τη σκοτώσεις. Μετά από τόσα που έγιναν είναι ακόμα ζωντανή και μία χαρά.”

Μπορεί να μην ήθελα να το παραδεχτώ αλλά αυτή η “δικαιολογία” της μοίρας με συνέφερε. Πάντα πίστευα ότι ήταν όλα θέμα επιλογών. Ήταν επιλογή μου να μη σκοτώσω τη Μπέλλα παρ’ όλο που ήθελα σαν τρελός το αίμα της την πρώτη μέρα που τη γνώρισα. Ήταν επιλογή μου να της δώσω την ευκαιρία να δοκιμάσει μία φυσιολογική ζωή. Της έδωσα την επιλογή να δοκιμάσει και χωρίς εμένα. Προσπάθησα να της δώσω την επιλογή να μείνει άνθρωπος για όσο καιρό εκείνη ήθελε.

Και αν τελικά οι επιλογές μας ήταν προαποφασισμένες από την ίδια την μοίρα. Αν όσο και αν προσπαθούσα να προστατέψω τη Μπέλλα, να την κρατήσω μακριά μου ήταν απλώς καταστροφικό και ενάντια στη μοίρα.

-“Καλύτερα να γυρίσουμε πίσω.” Είπα. “Σε λίγο θα ξημερώσει και πολύ φοβάμαι ότι η Έσμε θα αρχίσει να ανησυχεί.”

-“Ναι.” Είπε ο Έμετ. “Η συζήτηση μου άνοιξε την όρεξη!” Χιλιάδες εικόνες μίας ημίγυμνης Ρόζαλι πλημμύρισαν το μυαλό του.

-“Όχι πάλι!” Φώναξα και άρχισα να τρέχω πρώτος μέσα στο δάσος. Ήμουν πολύ πιο γρήγορος και από τους δύο. Θα έφτανα στο σπίτι κι εκείνοι θα έρχονταν σίγουρα μετά από μερικά λεπτά. Μήπως έπρεπε να βάλω στοίχημα; Δεν είχε νόημα. Ο Έμετ θα με προκαλούσε μετά σε μία μάχη δύναμης στην οποία σίγουρα θα έχανα.

Ήταν εξ’ αρχής προκαθορισμένο το αποτέλεσμα. Μερικά πράγματα δεν μπορούσαν να αλλάξουν ή να αντιστραφούν όσο και αν προσπαθούσαμε.

Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν τη στιγμή που την είδα να ξεπροβάλει κάτω από τη σκιά του ασημένιου φεγγαριού.

Δεν μπορώ να περιγράψω με λέξεις αυτό που ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Προσπάθησα να αφήσω πίσω μου όλους μου τους φόβους, όλους μου τους ενδοιασμούς και ένιωσα πλέον έτοιμος να εκπληρώσω το πεπρωμένο μου.

No comments: