Friday, December 24, 2010

Fanfic Lemonade Contest - emerald eyes


‘Πρωτοχρονιάτικη Ευχή’

Ιζαμπέλα Μαρί Σουάν

13 Σεπτεμβρίου 1987 – 15 Απριλίου 2004

Αγαπημένη κόρη 


Έγραφε μόνο αυτό…

Αυτό είχαν μπορέσει μόνο να γράψουν.

Αγαπημένη κόρη.

Ούτε μία λέξη για το πόσο γλυκιά και ήσυχη ήταν.

Ούτε μία λέξη για τα όνειρα της.

Ούτε μία λέξη για την ομορφιά της που δεν είχε ίχνος ψεύτικου αλλά άνηκε σε μία ομορφιά κλασική που τόσο πολύ εκτιμούσαν την εποχή μου.

Πορσελάνινο δέρμα σχεδόν διάφανο, μάτια γεμάτα ζεστασιά και χείλη σχεδόν κατακόκκινα. Πόσες φορές θέλησα να αγγίξω αυτό τον άγγελο που είχε έρθει στη ζωή μου και το έκανα μόνο όταν ήταν αργά.

Γιατί είχα διστάσει;


Midnight Sun - Ελληνική Μετάφραση by nasiatheslayer
 Κεφάλαιο 3ο: Φαινόμενο (Απόσπασμα)
Θα πήγαινα να της μιλήσω. Φαινόταν σαν να χρειαζόταν βοήθεια, έτσι κι αλλιώς-τουλάχιστον μέχρι να απομακρυνθεί από τις γλιστερές επιφάνειες. Δίστασα, διχασμένος. Μιας και μισούσε το χιόνι, δεν θα καλωσόριζε και το παγωμένο μου άγγιγμα. Έπρεπε να είχα φορέσει γάντια-

«ΌΧΙ!» Φώναξε η Άλις.

Αμέσως, σκάναρα τις σκέψεις τις, μαντεύοντας αρχικά ότι είχα πάρει μια λάθος απόφαση και με είχε δει να κάνω κάτι ασυγχώρητο. Αλλά δεν είχε να κάνει καν με εμένα.

Ο Τάιλερ Κρόουλι είχε αποφασίσει να στρίψει στο παρκινγκ με μεγάλη ταχύτητα. Αυτή η απόφαση θα τον έσερνε στον πάγο…

Αυτό το όραμα ήρθε μισό δευτερόλεπτο πριν την πραγματικότητα. Το βαν του Τάιλερ έστριβε στην γωνία καθώς ακόμα έβλεπα το αποτέλεσμα που είχε κάνει την Άλις να αναφωνήσει τρομοκρατημένη.

Όχι, δεν είχα καμία σχέση με αυτό το όραμα, αλλά από την άλλη είχα και κάθε σχέση, επειδή το βαν του Τάιλερ-τα λάστιχα ανέβηκαν στον πάγο από την χειρότερη πλευρά-θα σερνόταν στο παρκινγκ και θα συνέτριβε το κορίτσι που είχε γίνει το κέντρο του κόσμου μου.

Ακόμα και χωρίς την πρόβλεψη της Άλις, ήταν εύκολο να δω την πορεία του οχήματος, που είχε ξεφύγει από τον έλεγχο του Τάιλερ

Το κορίτσι που στεκόταν στο λάθος σημείο δίπλα στο πίσω μέρος του φορτηγού, σήκωσε το βλέμμα της, ακούγοντας τον ήχο τον λάστιχων. Κοίταξε κατευθείαν στα τρομοκρατημένα μάτια μου, και γύρισε να κοιτάξει τον θάνατο που την πλησίαζε.

Όχι αυτήν! Οι λέξεις φώναξαν στο μυαλό μου σαν να άνηκαν σε κάποιον άλλον.

Όμως είχα κοκαλώσει. Γιατί;

Γιατί για μια στιγμή δίστασα.

Κοίταξα στα μάτια της και σκέφτηκα τον κίνδυνο στον οποίο θα έβαζα την οικογένειά μου. Θα αποκάλυπτα το μυστικό μας. Σ’ ένα δευτερόλεπτο πέρασαν από το μυαλό μου όλες οι αναμνήσεις με την οικογένειά μου. Τις προσπάθειες που κάναμε για να έχουμε μία ‘φυσιολογική’ ζωή. Πως θα έπρεπε να φύγουμε κατευθείαν σχεδόν από το Φορκς γιατί θα την έσωζα. Θα έσωζα αυτό το κορίτσι εις βάρος της οικογένειάς μου. Ένα δευτερόλεπτο λογικής και όμως ήταν αρκετό για να καταστρέψει τα πάντα.

 Δεν πρόλαβα να τη σώσω…

Μπορούσα ακόμα να δω σε αργή κίνηση όλη τη σκηνή.

Άρχισα να κινούμαι και πίεσα τον εαυτό μου να τρέξει όσο πιο γρήγορα έτρεξε ποτέ. Στο υπόβαθρο άκουγα τις σκέψεις των αδελφών μου που φώναζαν να μην το κάνω αλλά δεν έδωσα σημασία στο θόρυβο. Σημασία είχε μόνο εκείνη. Το βλέμμα της είχε στραφεί στο φορτηγό που την πλησίαζε. Την πλησίαζε υπερβολικά.

«Όχι!!», φώναξα και όρμησα για να μπω ανάμεσα σε κείνη και το φορτηγό. Τα μάτια της στράφηκαν σε μένα. Αποκλείεται να είχε ακούσει τη φωνή μου αλλά το βλέμμα της είχε στραφεί σε μένα. Ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο. Πήγα να απλώσω το χέρι μου για να τη φτάσω αλλά το χέρι μου βυθίστηκε στο μέταλλο του φορτηγού.

Όμως δεν έδωσα σημασία. Η προσοχή μου είχε στραφεί στον τρομακτικότερο ήχο που είχα ακούσει στη ζωή μου. Κόκκαλα που έσπαγαν και ένα ουρλιαχτό πόνου. Το δικό της ουρλιαχτό.

Στον αέρα μύρισα το αίμα της. Το αίμα που είχα ποθήσει τόσο πολύ να πιω. Το αίμα για το οποίο ήμουν έτοιμος να δολοφονήσω μία ολόκληρη τάξη στο μάθημα της Βιολογίας. Αυτή τη φορά μπορούσα να το μυρίσω άνετα χωρίς τους περιορισμούς του δέρματός της. Έτρεχε άφθονο σαν ποτάμι.

Ω, Θεέ μου σαν ποτάμι…

Έσπρωξα το φορτηγό και η καρδιά μου έσπασε σε χίλια κομμάτια εκείνη τη στιγμή. Μπροστά μου βρισκόταν μία σπασμένη κούκλα και όχι το κορίτσι με το οποίο ήθελα να μιλήσω το πρωί.

«Μπέλα!», και την πήρα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα στην αγκαλιά μου. Το αίμα έτρεχε στα χέρια μου και στα ρούχα μου αλλά το τέρας είχε εξαφανιστεί. Δεν ένιωθα καμία δίψα βλέποντας, μυρίζοντας όλο αυτό το αίμα. Αντίθετα ένιωθα ναυτία. Αυτό το αίμα έπρεπε να μείνει μέσα της. Της έδινε ζωή.

«Μπέλα. Σε παρακαλώ. Άνοιξε τα μάτια σου», και τα άνοιξε. Ο άγγελός μου τα άνοιξε.

«Πως έφτασες τόσο γρήγορα;», μουρμούρισε. Κατάφερε να με προσέξει, λοιπόν.

«Σσς, κρατήσου. Θα σε πάω στο νοσοκομείο», την σήκωσα και προχώρησα προς στο αυτοκίνητο σπρώχνοντας το πλήθος που είχε μαζευτεί.

«Κάλεν, τι κάνεις; Δεν πρέπει να την μετακινείς»

«Καλύτερα να περιμένεις το νοσοκομείο»

«Μιλάω μαζί τους αυτή τη στιγμή. Θα ξεκινήσουν σε λίγο»

Όμως δεν τους έδωσα σημασία. Αν τους περίμενα θα ήταν πολύ αργά.

«Ρόζαλι!» φώναξα παρακλητικά την αδελφή μου. Δίστασε και είδα θυμό για μια στιγμή στα μάτια της για το χάος που είχα δημιουργήσει αλλά μπήκε στη θέση του οδηγού ενώ έμπαινα προσεκτικά με την Μπέλα στην αγκαλιά μου στα πίσω καθίσματα.

«Πήγαινε μας στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα γίνεται!!», οι ρόδες του αυτοκινήτου τσίριξαν καθώς επιτάχυνε γρήγορα.

«Πες μου. Πες μου πως θα προλάβουμε», μουρμούριζα, ικέτευα. Στο μυαλό μου ήρθε η πρώτη φορά που την είδα. Ήθελα να την προστατέψω από την Τζέσικα και όλους τους άλλους. Τώρα μπορούσα να καταλάβω…

«Ήθελες να τον προστατέψεις. Αυτό είχε μόνο σημασία όταν τον έφερες στον Καρλάιλ. Δεν είχε σημασία τίποτε άλλο. Ούτε καν το αίμα», η Ρόζαλι μου έριξε μία ματιά από τον καθρέφτη σοκαρισμένη.

«Ώστε, για αυτό αντέχεις αυτή τη στιγμή. Έντουαρντ, είναι σε χειρότερη κατάσταση και από όταν είχα βρει τον Έμμετ στο δάσος. Δεν ξέρω αν θα…»

Το βήξιμο της Μπέλας την διέκοψε. Έβηξε αίμα. Όχι, άλλο αίμα…

Δεν μπορούσα να την χάσω τώρα. Τώρα που καταλάβαινα τι σήμαινε για μένα. Η Ρόζαλι φρέναρε το αυτοκίνητο μπροστά στο νοσοκομείο. Αγνόησα τον τραυματιοφορέα και προσπάθησα να βρω τον πατέρα μου.

Η κοπέλα στην υποδοχή με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

«Που είναι ο πατέρας μου;», απαίτησα. Δεν είχαμε χρόνο. Ο χτύπος της καρδιάς της είχε αρχίσει να μειώνεται. Έμοιαζε με το τελείωμα μίας μελωδίας. Γινόταν όλο και πιο αργός με τα δευτερόλεπτα που περνούσαν.

«Στην εντατική στο θάλαμο…», δεν έκατσα να την ακούσω παραπάνω. Η Ρόζαλι της τράβηξε την προσοχή με μία ερώτηση και έτρεξα γρήγορα στην εντατική.

«Κάρλαϊλ!», ήταν ήδη έτοιμος για το χειρουργείο. Η Άλις μάλλον είχε προλάβει να τον ειδοποιήσει. Με κοίταξε και στο μυαλό του είδα την εικόνα ενός ατόμου σε απόγνωση.

«Σώσε την!», τον ικέτεψα. Και του έδωσα με προσοχή την Μπέλα. Το χέρι της συνέχιζε και έσφιγγε το δικό μου λες και ήταν σωσίβιο.

«Θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ, Έντουαρντ», αλλά στη φωνή του άκουγα απαισιοδοξία. Είχε ήδη χάσει πολύ αίμα.

«Άσε με να σε βοηθήσω. Ξέρεις ότι μπορώ», είχα σπουδάσει Ιατρική ήξερα όλες τις θεωρίες.

«Όχι! Δεν μπορείς. Είσαι πολύ ταραγμένος. Θα προκαλέσεις προβλήματα στο χειρουργείο», ο τόνος του ήταν αυστηρός. «Θα κάνω ότι μπορώ, αλλά ξέρεις πως δεν μπορώ να κάνω θαύματα», μπήκε στο χειρουργείο και έμεινα πίσω από την πόρτα. Μακριά της.

Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει περιμένοντας.

Το μόνο πράγμα που με συνέδεε με την πραγματικότητα ήταν ο χτύπος της καρδιάς της. Μπορούσα να ακούσω τις φωνές των γιατρών και των νοσοκόμων που ήταν στο χειρουργείο αλλά δεν ήμουν στην κατάσταση να καταλάβω για τι πράγμα μιλούσαν. Το μόνο που ήξερα με σιγουριά ήταν πως ο χτύπος της καρδιάς της γινόταν με την ώρα όλο και πιο αργός.

Και ξαφνικά σιγή…

Τίναξα το κεφάλι μου έκπληκτος.

Όχι! Άκουσα τον Κάρλαϊλ να ζητάει από τη νοσοκόμα τον απινιδωτή. Άκουσα το μηχάνημα να φορτίζει και είδα από τα μάτια του Καρλάϊλ το σώμα της Μπέλα να τινάζεται χωρίς να υπάρχει κάποια αντίδραση.

«Άλλαξέ την», ικέτεψα. Η φωνή μου όχι κάτι παραπάνω από ένα ψίθυρο.

Κοίταξα την ταφόπλακα μπροστά μου. Ο Καρλάϊλ είχε αρνηθεί. Ακόμα και τώρα δεν μπορούσα να ξεχάσω την απάντησή του στην ικεσία μου, μία απάντηση εκφρασμένη σε χαμηλό τόνο για να μην τον ακούσουν οι υπόλοιποι στο χειρουργείο, αλλά αρκετά δυνατά για να τον ακούσω.

«Πιστεύεις πως αυτό θέλει πραγματικά Έντουαρντ;»

«Και όμως αυτό θα ήθελα εκείνη τη στιγμή αν με ρωτούσε»

Πάγωσα. Αυτή η φωνή…

Δεν μπορεί να ήταν εκείνη. Και όμως στον αέρα άρχισε να πλανιέται το άρωμα από τις φρέζιες. Έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να ακούσω τον χτύπο της καρδιάς της. Δεν άκουσα παρά μόνο την ανάσα μου και μία άλλη ανάσα. Διστακτικά βήματα με πλησίασαν και τα δάχτυλα ενός χεριού άγγιξαν διστακτικά το δικό μου χέρι. Ένα ηλέκτρισμα ένιωσα να με διαπερνά.

Άνοιξα τα μάτια μου και γύρισα έκπληκτος. Ήταν εκείνη. Μόνο με μία λέξη θα μπορούσα να την περιγράψω.

Άγγελος. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα από μετάξι και τα μαλλιά της είχαν μαζευτεί πίσω από το πρόσωπό της με μία λευκή κορδέλα. Το ίδιο κοκκίνισμα στα μάγουλα. Τα ίδια καστανά μάτια. Ακόμα και τα ίδια σαρκώδη χείλια, χείλια που δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να φιλήσω. Όμως, κανένας χτύπος.

«Μπέλα;», ρώτησα διστακτικά.

«Έντουαρντ», αποκρίθηκε εκείνη χαμογελώντας. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου και εγώ έκανα ενστικτωδώς ένα βήμα πίσω. Το χαμόγελο από τα χείλη της έσβησε από την αντίδρασή μου.

«Μάλλον ήταν λάθος που ήρθα»

Όχι! Δεν ήθελα να φύγει. Δεν ήθελα να χαθεί αυτό το χαμόγελο. Έκανα διστακτικά ένα βήμα μπροστά. Δεν με ένοιαζε αν είχα να κάνω με φάντασμα, δαίμονα ή οτιδήποτε.

«Μη φύγεις, σε παρακαλώ», σήκωσα το χέρι μου και άγγιξα μία από τις μπούκλες στα μαλλιά της. Ήταν το ίδιο χτένισμα που της είχε κάνει η Άλις στην κηδεία της. Υπέροχες μπούκλες με ένα διακριτικό άρωμα από φράουλες. Τότε συνειδητοποίησα πως ήταν ακριβώς όπως όταν την είχα δει στο φέρετρο. Τα γόνατα μου λύγισαν και έπεσα στο χιόνι.

«Τρελάθηκα, έτσι δεν είναι; Ήθελα τόσο πολύ να συνεχίσεις να υπάρχεις που το μυαλό μου έφτιαξε μία φαντασίωση, ένα όραμα. Και συνεχίζω να σου μιλάω γιατί θέλω τόσο πολύ να ήσουν αληθινή», γονάτισε δίπλα μου και ζεστά χέρια σήκωσαν το πρόσωπό μου για να την κοιτάξω.

«Είμαι αληθινή! Για σήμερα είμαι! Έχω την ευκαιρία με την εκπνοή του παλιού χρόνου να τελειώσω ότι δεν είχα προλάβει να κάνω», κοίταξα τα καστανά της μάτια που με κοιτούσαν έντονα. Τα μάγουλά της είχα κοκκινίσει ελαφρώς. Πως γινόταν αυτό όταν η καρδιά της δεν χτυπούσε;

«Και τι δεν έχεις προλάβει να κάνεις;», φοβόμουν την απάντησή της. Φοβόμουν πως θα ήταν θυμωμένη που δεν την είχα σώσει. Ο Τσάρλι τώρα είχε αρχίσει να συνέρχεται από το θάνατό της. Τους πρώτους μήνες είχε αποτραβηχτεί από όλους και όλα. Σιγά σιγά όμως είχε καταφέρει να φύγει από την περίοδο πένθους. Εγώ δεν τα είχα καταφέρει.

«Για αυτό είμαι εδώ», μπορούσε να διαβάσει την σκέψη μου; Μου έγνεψε και πρόσθεσε. «Ήθελα να δω τον Τσάρλι, να σιγουρευτώ πως είναι καλά. Και ήθελα να δω εσένα»

«Συγνώμη που δεν σε έσωσα. Συγνώμη που δίστασα», οι λέξεις βγήκαν αυθόρμητα από το στόμα μου. «Αν είχα την ευκαιρία τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά»

«Το ξέρω», και τα δάχτυλά της χάιδεψαν το μάγουλό μου. «Πες μου. Είμαι εδώ. Πες μου τι είμαι για σένα», έκλεισα τα μάτια μου από το τρυφερό της χάδι. Ένιωθα ήρεμος. Άνοιξα τα μάτια μου για να δω πως θα αντιδρούσα από αυτά που θα έλεγα.

«Ο κόσμος όλος. Πριν σε γνωρίσω απλώς υπήρχα. Ήρθες και άρχισα να ζω, Μπέλα. Είσαι γλυκιά, τρυφερή και μου πρόσφερες κάτι που κανένας άλλος δεν είχε καταφέρει στο παρελθόν. Την αίσθηση του απρόσμενου. Δεν μπορούσα να φανταστώ την επόμενή σου κίνηση, λέξη ή αντίδραση. Έκανες τη ζωή μου να αποκτήσει ενδιαφέρον. Το μοναδικό άτομο του οποίου δεν μπορούσα να διαβάσω τις σκέψεις όταν αυτό ήταν που ήθελα να κάνω περισσότερο απ’ όλα», πήρα μια βαθιά ανάσα για αυτό που θα έλεγα στη συνέχεια. «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου», τα μάγουλά της κοκκίνισαν ακόμα περισσότερο και ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

Με πλησίασε τόσο που τα μάγουλα μας άγγιζαν το ένα το άλλο και μου ψιθύρισε στο αυτί τα ωραιότερα λόγια του κόσμου:

«Και εγώ είμαι ερωτευμένη μαζί σου, Έντουαρντ», την κοίταξα έκπληκτος για ένα δευτερόλεπτο. Μπορούσε, πράγματι μπορούσε να είναι αλήθεια; Οι νιφάδες του χιονιού είχαν κάτσει στα μαλλιά της και έμοιαζε ακόμα περισσότερο με άγγελο. Πόσο όμορφη θα ήταν ανάμεσα στα λουλούδια του λιβαδιού. Θα την πήγαινα εκεί για το πρώτο ραντεβού. Ανάμεσα σε βιολέτες και μαργαρίτες θα την φιλούσα…

«Δείξε μου το, Έντουαρντ. Θέλω να το δω», με ικέτεψε.

«Όμως, είναι χειμώνας τώρα, Μπέλα», αποκρίθηκα με ένα τόνο θλίψης.

«Σε παρακαλώ…», πως μπορούσα να της αρνηθώ κάτι;

Δεν ήθελα να περπατήσει ακόμα και αν δεν κουραζόταν. Ήθελα να την πάρω στην αγκαλιά μου και να την μεταφέρω εκεί. Να νιώσω το ζεστό της σώμα πάνω μου…

«Πολύ ευχαρίστως!», τα χέρια της με αγκάλιασαν από το λαιμό και την σήκωσα στην αγκαλιά μου. Η ζέστη από το κορμί της και το άρωμα του δέρματός της με αγκάλιασε και ένιωσα σχεδόν μεθυσμένος.

«Κρατήσου σφιχτά», μουρμούρισα στο λαιμό της και ξεκίνησα.

Άκουσα τον ενθουσιασμό στο γέλιο της καθώς διασχίζαμε το δάσος. Σε λίγα λεπτά είχαμε φτάσει. Στάθηκα και την άφησα διστακτικά στο χιονισμένο γρασίδι. Την παρακολούθησα καθώς περπατούσε και κοίταζε τα χιονισμένα δέντρα γύρω γύρω. Τα πόδια της δεν βυθίστηκαν στο χιόνι. Ακόμα και εγώ μπορούσα να νιώσω το χιόνι στα πόδια μου. Ήταν μαλακό σαν το γρασίδι του Μαΐου.

Και τότε άρχισε…

Το λιβάδι άρχισε να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μου. Το χιόνι που πατούσαμε άρχισε να μετατρέπεται σε λευκό γρασίδι. Από τα δέντρα άρχισαν να βγαίνουν λευκά φύλλα. Όμως το πιο μαγικό ήταν τα λουλούδια. Έμοιαζαν με χρωματιστά κρύσταλλα που έπιαναν το φως από τον ήλιο που έδυε εκείνη τη στιγμή.

Οι αχτίδες του ήλιο με άγγιξαν και η Μπέλα με κοίταξε σαν υπνωτισμένη καθώς το φως αντανακλάστηκε στο δέρμα μου. Με πλησίασε και άγγιξε το δέρμα μου με τα δάχτυλά της.

«Πανέμορφος. Είσαι πανέμορφος», μουρμούρισε και τα δάχτυλά της σύρθηκαν στο λαιμό μου και έφτασαν στα χείλη μου. «Φίλησέ με, Έντουαρντ»

Τώρα εγώ ήμουν ο υπνωτισμένος. Είχα χαθεί στο βλέμμα της και το σώμα μου χωρίς να σκέφτεται έσκυψε προς εκείνη. Τα χείλη της άνοιξαν απαλά καθώς άφηνε ένα αναστεναγμό ανυπομονησίας. Έκλεισα τα μάτια μου καθώς έκλεινε τα δικά της. Τα χείλη μας συναντήθηκαν και ο κόσμος χάθηκε γύρω μου. Υπήρχαν μόνο τα χείλη της απαλά, σαρκώδη, υγρά.

Άφησα τη γλώσσα μου να γευτεί τα χείλη της για πρώτη φορά και ένα βογγητό μου ξέφυγε. Ήταν τόσο γλυκιά…

Η γλώσσα μου πέρασε από το άνω χείλος της και εκείνη άνοιξε τα χείλη της για να με δεχτεί. Δεν έχασα χρόνο και το πρώτο φιλί μας, ένα φιλί που θα ήθελα να είναι απαλό και γλυκό μετατράπηκε σε κάτι παθιασμένο. Τα χέρια και των δυο μας είχαν βυθιστεί στα μαλλιά του άλλου προσπαθώντας να έρθουμε πιο κοντά. Οι γλώσσες μας  πάλευαν για το ποιος θα ήταν ο κυρίαρχος. Τα δόντια μας δάγκωναν σχεδόν παιχνιδιάρικα τα χείλη του άλλου. Τα δόντια;

Προσπάθησα να κάνω το φιλί μας πιο αργό και άφησα τα χείλη της ύστερα από λίγες στιγμές. Η Μπέλα φαινόταν να ζαλίζεται αλλά το χαμόγελο στα χείλη της μου έδειχνε πως ήταν εντάξει. Δεν την είχα πονέσει.

Τα δόντια μου άλλοτε φονικά όργανα τώρα απλώς είχαν δώσει στα χείλη του αγγέλου μου ένα κόκκινο χρώμα. Η αναπνοή της ήταν γρήγορη όπως και η δική μου παρόλο που δεν χρειαζόμουν αέρα. Άνοιξε τα μάτια της και στο βλέμμα της είδα κάτι που δεν περίμενα να δω. Αποφασιστικότητα.

Με ορμή πήδηξε πάνω μου και πέσαμε και οι δύο στο λευκό ‘γρασίδι’ και μερικές νιφάδες τινάχτηκαν στον αέρα. Το γέλιο της ήχησε στο λιβάδι. Κοίταξα τον ουρανό και παρατήρησα πως πλέον είχε σκοτεινιάσει και αρκετά αστέρια ήδη έλαμπαν. Όμως δεν φαινόταν σκοτεινά όπως την νύχτα.

«Είναι μαγεία, Έντουαρντ», και μου έδειξε στα δέντρα. Τα λευκά ‘φύλλα’ αντανακλούσαν το φως των αστεριών σαν μικρά λαμπάκια δέντρων. Όλος ο χώρος ταίριαζε με την ρομαντική ατμόσφαιρα που θα έψαχνε ένα ζευγάρι…

«Για να κάνει έρωτα απόψε», συμπλήρωσε η Μπέλα τις σκέψεις μου. «Θέλω να μου κάνεις έρωτα απόψε, Έντουαρντ. Θέλω να με αγαπήσεις. Μπορείς να το κάνεις;», και με κοίταξε παρακλητικά.

Στο βλέμμα της μπορούσα να διαβάσω τον φόβο της απόρριψης. Αυτό που φοβόμουν όμως ήταν αν θα μπορούσα να ανταποκριθώ στην επιθυμία της. Αν θα μπορούσα να την ικανοποιήσω. Δεν είχα εμπειρία…

«Ούτε εγώ έχω», αποκρίθηκε εκείνη. Μάλωσα γρήγορα τον εαυτό μου. Είχα ξεχάσει πως μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου. Με αγκάλιασε σφιχτά και ψιθύρισε: «Θέλω απόψε να νιώσω κάτι που μόνο με εσένα θα μπορέσω», τα ντελικάτα χέρια της έπαιξαν με τον γιακά του πουκάμισού μου.

Με φίλησε και ανταποκρίθηκα αργά αυτή τη φορά. Μη βιαστείς φώναζα στον εαυτό μου. Αργά, απαλά, επαναλάμβανα συνέχεια. Δεν ήθελα να της κάνω απλώς έρωτα. Ήθελα να αγγίξω κάθε σπιθαμή του κορμιού της και να την ευχαριστήσω για το δώρο που μου προσέφερε απόψε. Την αθωότητά της.

Ένιωσα το χαμόγελο στα χείλη της καθώς φιλιόμασταν. Δεν μπορούσα ακόμα να συνηθίσω πως άκουγε τις σκέψεις μου. Ήμουν ευάλωτος για πρώτη φορά στη ζωή μου. Ένα ανοιχτό βιβλίο που μπορούσε να το διαβάσει άνετα.

«Ένα πολύ όμορφο βιβλίο του οποίου θέλω να διαβάσω την κάθε σελίδα…», γιατί είχα την αίσθηση πως δεν μιλούσαμε για βιβλία πλέον;

Μισάνοιξα τα μάτια μου και παρατήρησα πως με κοιτούσε. Μάτια που έλαμπαν από ενθουσιασμό στην προοπτική μιας νέας ανακάλυψης. Τα δάχτυλά μου έλυσαν την κορδέλα που κρατούσε τα μαλλιά της και οι μπούκλες αφέθηκαν ελεύθερες απλώνοντας το διακριτικό άρωμα της φράουλας. Είμαι δικό σου, εξερεύνησε με, σκέφτηκα.

Τα δάχτυλά της άρχισαν να ξεκουμπώνουν αργά το πουκάμισό μου. Όμως, ο μικρός  μου άγγελος είχε την όρεξη να με αποπλανήσει. Με κάθε κουμπί που άνοιγε άφηνε ανάλαφρα φιλιά στη σάρκα που αποκαλυπτόταν. Δεν ξεκούμπωνε το επόμενο κουμπί παρά μόνο αφού είχε γευτεί τη κάθε σπιθαμή. Ήθελα να κάνω το ίδιο αλλά μόνο αν μου έδινε την άδεια.

«Όταν τελειώσω θα έρθει η σειρά σου», και η γλώσσα της έγλειψε παιχνιδιάρικα τη ρώγα στο στέρνο μου. Ένα βογγητό μου ξέφυγε και έσφιξα το λευκό ‘γρασίδι’ που μετατράπηκε σε χιόνι στα δάχτυλά μου. Στο τέλος, ξεκούμπωσε το τελευταίο κουμπί και έσπρωξε το πουκάμισο μου προς τους ώμους μου αποκαλύπτοντας με σε εκείνη. Κάθισε στα πόδια μου και τα χέρια της σύρθηκαν από το στέρνο μου προς τα κάτω. Οι κοιλιακοί μου συσπάστηκαν και ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη μου.

«Ω, Μπέλα…», μουρμούρισα το όνομά της.

Τα χέρια της έφτασαν στο παντελόνι μου και τα νεύρα μου τεντώθηκαν. Έπρεπε να την προειδοποιήσω. Δεν φορούσα… Σταμάτησε τις κινήσεις της και με κοίταξε.

«Κύριε Κάλεν, θα σας μαλώσω. Δεν φοράτε τίποτε από κάτω;», αποκρίθηκε δήθεν σοκαρισμένη αλλά στα χείλη της διακρινόταν ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. «Νομίζω πως θα πρέπει να τιμωρηθείτε», πρόσθεσε και ένιωσα το χέρι της να τυλίγεται γύρω από τον ανδρισμό μου. Το βογγητό μου ήχησε καθαρά στην ησυχία του δάσους.

Αυτή η κοπέλα, αυτή η πανέμορφη κοπέλα με έφερνε στα όρια της τρέλας. Ήθελα να την αγγίξω, να την φιλήσω στα όρια της λιποθυμίας, να φέρω το κορμί της σε έκσταση.

«Κάνε το, τότε. Είμαι τόσο δική σου, όσο εσύ δικός μου», τα χέρια μου, χέρια που έτρεμαν από ανυπομονησία αλλά και φόβο συγχρόνως πήγαν στο στήθος της που καλυπτόταν από το λευκό ύφασμα.

Ήθελα να τη δω. Να χαϊδέψω το αλαβάστρινο δέρμα που ήμουν σίγουρος πως θα ήταν απαλότερο και από το πιο φίνο μετάξι του κόσμου. Ήθελα να σκίσω το ύφασμα αλλά όχι έπρεπε να της φερθώ με σεβασμό. Η Μπέλα μου έπρεπε να έχει την καλύτερη μεταχείριση από μένα.

Με αργές κινήσεις την σήκωσα από τα πόδια μου και την εναπόθεσα στα κρυστάλλινα λουλούδια του λευκού λιβαδιού. Ακόμα με σόκαρε η υφή αυτού του λιβαδιού. Ήταν κρύο όπως το κανονικό χιόνι αλλά είχε την ίδια μυρωδιά του λιβαδιού που ήθελα να δείξω στη Μπέλα.

Τα δάχτυλά μου άγγιξαν το ντεκολτέ του φορέματός της και της ζήτησα για μία ακόμα φορά την άδεια να συνεχίσω με τα μάτια μου. Μου έγνεψε χαμογελώντας. Αφού άνοιξα το φερμουάρ στο πλάι άρχισα να σπρώχνω το ύφασμα προς τα κάτω με τα δυο μου χέρια. Καθώς το έκανα οι άκρες των δάχτυλών μου άγγιξαν την επιδερμίδα της. Πράγματι ήταν τόσο απαλή όσο είχα φανταστεί.

Το στήθος της αποκαλύφθηκε στα μάτια μου. Ήταν τέλεια από κάθε άποψη. Έσκυψα και πήρα μία βαθιά ανάσα από την επιδερμίδα της.

Ναι! Μπορούσα να μυρίσω τις φρέζιες στο δέρμα της. Τα χείλη μου φίλησαν το δέρμα και είδα την Μπέλα να ριγεί.

«Τα χείλη σου είναι παγωμένα και το σώμα μου ανατριχιάζει με το άγγιγμά σου. Συνέχισε, συνέχισε να με αγγίζεις», τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στα μαλλιά μου και τράβηξαν το κεφάλι μου προς το σώμα της.

Άρχισα να αφήνω φιλιά στο στήθος της και την βασάνισα γλυκά παίρνοντας τις ρώγες της στο στόμα μου. Κάθε φορά που η γλώσσα μου άγγιζε μία ρώγα της το σώμα της τιναζόταν. Τα χέρια μου έσυραν το ύφασμα του φορέματός της χαμηλότερα αποκαλύπτοντας το εσώρουχό της. Λευκό μετάξι με δύο σατέν κορδέλες στο πλάι.

«Το καλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο», της ψιθύρισα καθώς έλυνα της κορδέλες και αφήνοντάς την γυμνή στα μάτια μου.

Το λευκό τοπίο ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με τις σοκολατένιες μπούκλες και τα κατακόκκινα χείλη. Όμως αυτή τη στιγμή ήθελα να φιλήσω κάποια άλλα χείλη…

«Έντουαρντ, δεν χρειάζεται», όμως δεν την άφησα να τελειώσει.

Τα χείλη μου έσκυψαν στο κέντρο της και μύρισα το ιδιαίτερο άρωμα του πόθου της. Τα χέρια μου χάιδεψαν καθησυχαστικά τους γοφούς προτρέποντας να ανοιχτεί σε μένα. Το έκανε και δεν έχασα χρόνο αρχίζοντας να εξερευνώ με την γλώσσα μου το κέντρο της θηλυκότητας της. Ήχοι σχεδόν σαν νιαουρίσματα άρχισαν να βγαίνουν από το στόμα του αγγέλου μου. Άφησα τη γλώσσα μου να γευτεί τον πόθο της και τα χείλη μου έκλεισαν στην κλειτορίδα της.

«Τώρα Έντουαρντ! Κάνε με δική σου!», με ικέτεψε.

Άφησα τα δόντια μου να δαγκώσουν ίσα ίσα το σημείο φέρνοντάς την στα όρια του οργασμού. Ήθελα να είναι υγρή και έτοιμη για μένα όσο το δυνατόν καλύτερα. Ίσως έπρεπε να φροντίσω να τελειώσει μία φορά πρώτα πριν την κάνω δική μου.

«Όχι, Έντουαρντ. Δεν μπορώ να περιμένω!», υπήρχε σχεδόν απελπισία στον τόνο της φωνής της. «Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Σε θέλω μέσα μου, τώρα!», την κοίταξα έκπληκτος.

Είχε μέχρι την εκπνοή του παλιού χρόνου. Μέχρι τα μεσάνυχτα δηλαδή. Μετά, μετά θα εξαφανιζόταν για πάντα από κοντά μου. Τα πόδια της έσπρωξαν το μισάνοιχτο παντελόνι μου προς τα κάτω με σπασμωδικές κινήσεις. Το τίναξα από τα πόδια μου όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Υπήρχε μόνο ένα πράγμα στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή. Να γίνουμε ένα!

Ο ανδρισμός μου βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Ολόκληρο το σώμα μου έμοιαζε λες και βρισκόταν σε ζωή εκείνη τη στιγμή.

«Έλα σε μένα», με ικέτεψε.

Δε χρειάστηκε να το ζητήσει πάλι. Με προσεκτικές κινήσεις άρχισα να βυθίζομαι μέσα της. Συνάντησα αντίσταση και άκουσα την αναπνοή της να κόβεται.

«Ήθελα να νιώσω τα πάντα ακόμα και τον πόνο της πρώτης φοράς», ψιθύρισε. Φίλησα το μέτωπό της και άρχισα να σπρώχνω αργά μέσα της. Μπορούσα να δω τον πόνο στα βλέφαρα που κρατούσε κλειστά. Με την παραμικρή κίνηση φιλούσα τα βλέφαρα, τα μάγουλα, τα χείλη της, ακόμα και την μικρή μυτούλα της. Μέχρι, που ήμουν πλέον ολόκληρος μέσα της, σε μία υγρή κόλαση που ήταν παράδεισος για μένα.

Όσο πιο προσεκτικά μπορούσα άρχισα να κινούμαι μέσα της. Ήθελα να της προκαλέσω ευχαρίστηση. Φίλησα τα χείλη της προτρέποντάς την να μου ανταποκριθεί. Το έκανε χωρίς δισταγμό και σύντομα είδα τα μάτια της να ανοίγουν και να με κοιτάνε γεμάτα αγάπη. Το κορμί της άρχισε να ανταποκρίνεται στις κινήσεις μου και προσπαθούσε να με συναντήσει. Στον αρχαιότερο χορό του κόσμου.

«Σ’ αγαπώ, Μπέλα», της δήλωσα.

«Και εγώ σ’ αγαπώ, Έντουαρντ. Τόσο που νιώθω πως η καρδιά μου θα σπάσει», τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση μου προσπαθώντας να με φέρει πιο κοντά.

Την αγκάλιασα και επιτάχυνα τον ρυθμό. Από μακριά ακούστηκε ο χτύπος ενός ρολογιού και πυροτεχνήματα φάνηκαν στον έναστρο ουρανό. Δεν τους έδωσα σημασία. Σημασία είχε η κοπέλα που είχα στην αγκαλιά μου.

«Δε μου φτάνει μία νύχτα, Μπέλα», βόγκηξα με απελπισία. Στο μάγουλό της κύλισε ένα δάκρυ καθώς ήχησε ο δεύτερος χτύπος.

«Πες μου τι θες τότε τι θες;», τα χείλη της με φίλησαν με πάθος. Προσπαθώντας μάλλον να με κάνουν να μην ακούσω τον τρίτο χτύπο. Όμως, τον άκουσα και επιτάχυνα ακόμα περισσότερο.

«Μια ζωή μαζί σου, Μπέλα. Μία φυσιολογική ζωή με παιδιά, καυγάδες, και νύχτες στο κρεβάτι μας, κάνοντας έρωτα όπως τώρα, όλο το βράδυ», τόνισα καθώς φρόντιζα οι κινήσεις μου να είναι πιο έντονες. Δίνοντάς της την μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Ο έκτος χτύπος ήχησε μαζί με το βογκητό της.

Τα νύχια της γρατσούνισαν την πλάτη μου και ένιωσα πόνο. Δεν έδωσα σημασία, συνέχισα. Το δεξί μου χέρι χάιδεψε το στήθος της. Πόσο θα ήθελα να δω το παιδί μας να πίνει γάλα από κει με τη Μπέλα μου να κάθεται σε μία κουνιστή πολυθρόνα.  Ένιωσα την Μπέλα να σφίγγει τον ανδρισμό μου σφιχτά μαζί με τον έβδομο χτύπο.

Ήμουν και εγώ κοντά πλέον. Πήρα το ντελικάτο χέρι της και το φίλησα. Φαντάστηκα το δαχτυλίδι της μητέρας μου σε αυτό το χέρι να λαμποκοπά στο φως του τζακιού καθώς θα διάβαζε ένα βιβλίο.

«Ω, Έντουαρντ!», ο όγδοος χτύπος ήχησε.

Οι κινήσεις μας ήταν σπασμωδικές πλέον. Με τα τελευταία πυροτεχνήματα να λαμποκοπούν στον ουρανό και τον ένατο χτύπο ένιωσα τον οργασμό μου μαζί με το δικό της. Η αίσθηση ήταν απερίγραπτη καθώς ήμουν βυθισμένος στα μάτια της. Ένιωθα ελαφρύς σαν πούπουλο και θα έπαιρνα όρκο πως με την άκρη του ματιού μου είδα τα λουλούδια του λιβαδιού να λαμπυρίζουν ακόμα πιο έντονα, λες και το φως έβγαινε από μέσα τους.

Ο δέκατος χτύπος ήχησε και το φως άρχισε να χάνεται. Στράφηκα στην Μπέλα.

«Το είδες;», δείχνοντάς της τα λουλούδια. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.

«Όχι. Ήμουν απορροφημένη από τις εικόνες στο μυαλό σου», τα δάχτυλά της άγγιξαν τρυφερά το μάγουλό μου. Το άγγιγμά της δεν ήταν τόσο ζεστό πλέον. «Τόσο υπέροχη ευχή, Έντουαρντ. Μακάρι να πραγματοποιούταν», ο ενδέκατος ήχος ήχησε. Μαζί του ένιωσα δάκρια στα μάτια μου.

Τι ειρωνεία! Τόσα χρόνια σαν βρικόλακας απόψε κατάφερα να κάνω κάτι τόσο ανθρώπινο όσο να κλάψω. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να μη χάσω στιγμή τα μάτια της.
«Και τι υπέροχα πράσινα μάτια…», ο δωδέκατος ήχος ήχησε και ένιωσα πόνο. Πόνο σε όλο μου το κορμί.

«Ξύπνα! Ω, Θεέ μου ξύπνα! Έντουαρντ, σε ικετεύω!», ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και είδα να με κοιτάνε σοκολατένια μάτια.

«Είμαι στον παράδεισο;», ρώτησα τον άγγελό μου. Ένα χαστούκι από το δεξί της χέρι με έκανε να ξυπνήσω.

«Μη ξαναπείς κάτι τέτοιο. Είσαι ζωντανός. Δεν θα πεθάνεις! Δεν θα σε αφήσω να πεθάνεις, Έντουαρντ Μάσεν», πως ήξερε η Μπέλα το κανονικό μου επώνυμο; «Όσο σκέφτομαι πως δεν θα έβλεπα αυτά τα πράσινα μάτια ποτέ ξανά, κόντεψα να τρελαθώ», πράσινα μάτια;

Κοίταξα γύρω μου και συνειδητοποίησα πως ήμουν στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Πήγα να κινηθώ και οξύς πόνος διαπέρασε το κορμί μου.

«Μη κινείσαι! Αρκετούς ηρωισμούς έκανες για απόψε», προσπάθησα να καταλάβω για τι πράγμα μιλούσε και είδα σαν από ταινία τα γεγονότα για τα οποία μιλούσε.

Ήμουν σε δείπνο μαζί της στο ‘Bella Italia’. Είδα τον εαυτό μου σαν θεατής να τρώει, να διασκεδάζει σαν ένας κανονικός άνθρωπος. Κοίταξα στο πλάι και είδα τους χτύπους της καρδιάς μου στο μηχάνημα. Το χέρι μου πήγε στο στήθος μου. Ήμουν ζωντανός! Τα γεγονότα της βραδιάς ξετυλίχτηκαν μπροστά μου. Είδα τον εαυτό μου με την αλλαγή του χρόνου να γονατίζω μπροστά της και να της κάνω πρόταση γάμου με το δαχτυλίδι της μητέρας. Την είδα ύστερα από μερικές στιγμές δισταγμού και αρκετά λόγια από μέρους μου να ζητά χρόνο και εγώ να δέχομαι απογοητευμένος. Και μετά είδα την σκηνή που εννοούσε. Έναν ληστή να μας απειλεί με όπλο, να μπαίνω μπροστά από την Μπέλα και η σφαίρα να διαπερνά το σώμα μου.

«Για λίγες στιγμές η καρδιά σου σταμάτησε να χτυπά. Παραλίγο να σε χάσουμε. Παρακάλεσα θεούς και δαίμονες να ζήσεις. Τελικά η ευχή μου πραγματοποιήθηκε», είδα στο χέρι να λαμπυρίζει το δαχτυλίδι. Το βλέμμα της ακολούθησε το δικό μου. «Νομίζεις πως έπειτα από αυτό που συνέβη θα σε αφήσω να μου φύγεις; Λυπάμαι αλλά ξέχνα το! Θα ζήσουμε μία ζωή μαζί», και με αγκάλιασε.

Δεν της παραπονέθηκα για τον πόνο που ένιωθα καθώς με έσφιγγε. Ήταν μαζί μου. Ήμασταν και οι δύο ζωντανοί και μπορούσα να ζήσω μία ζωή μαζί με τη κοπέλα που αγαπούσα. Έσφιξα την Μπέλα σφιχτά στην αγκαλιά μου. Η πρωτοχρονιάτικη μου ευχή είχε πραγματοποιηθεί. 


 emerald eyes

No comments: