Friday, December 24, 2010

Fanfic Lemonade Contest - nantia




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΙΧΩΣ ΕΠΙΛΟΓΟ



<<Πλησιάζει η ομορφότερη μέρα της ζωής σου,  πώς αισθάνεσαι; >>

Αυτή η φράση είχε αρχίσει να μου τρυπάει τα αυτιά τις τελευταίες μέρες , καθώς  πλησίαζε η μέρα του γάμου μου. Η ομορφότερη της ζωής μου… 17 ολόκληρα χρόνια ακούω και αναγκάζομαι να φαντάζομαι  αυτή τη μέρα. Η μητέρα μου, μου μιλούσε για τον γάμο μου ακόμα και όταν ήμουν στο πιο ασφαλέστερο και ζεστό μέρος στον κόσμο, στην κοιλιά της. Ονειρευόμασταν μαζί το νυφικό μου στα παιδικά μου χρόνια. Αχ, η αγαπημένη μου μητέρα δεν πρόλαβε να δεi όλα αυτά που ονειρεύτηκε. Έφυγε όταν ήμουν ακόμα πολύ μικρή, πόσο μου λείπει. Εάν ήταν εδώ δεν θα… Τέλος πάντων ας αρχίσω να σκέφτομαι λίγο πιο θετικά για το καλό όλων μας.


 Άκουσα βαριά βήματα να ανεβαίνουν τις σκάλες. Φυσικά κατάλαβα πώς ήταν ο πατέρας μου. Ο χτύπος στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του δωματίου μου ακουγόταν εκείνη την στιγμή τόσο εκκωφαντικός σχεδόν εκνευριστικός.

<<Παρακαλώ>> είπα απότομα.


<<Μπορώ να περάσω;>> ακούστηκε η γνώριμη φωνή του πατέρα μου.

<<Μπορείς>> είπα έχοντας ζωγραφισμένο στην φωνή μου έναν τόνο ελπίδας ότι θα κάνει μεταβολή και θα φύγει.

<<Τι κάνει το αγαπημένο μου κοριτσάκι;>> ρώτησε κοιτώντας με, με υπερηφάνεια.

<<Καλά>> του είπα <<προσπαθώ να ανταπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου>>


<<Το νυφικό της είναι υπέροχο>> είπε στην μοδίστρα <<Ανάλογο μιας πριγκίπισσας, ελπίζω να το έχετε τελειώσει ως την μέρα του γάμου>> .

<<Μην ανησυχείτε εξοχότατε >>απάντησε η μοδίστρα χωρίς να τον κοιτάζει <<Θα είναι όλα τέλεια>>.


<<Είσαι ικανοποιημένη Ιζαμπέλλα;>> ρώτησε χωρίς να ξεκολλάει τα μάτια του από την λευκή δαντέλα που στόλιζε το κορμί μου.

 <<Αρκετά>> απάντησα <<Τώρα πατέρα αν δεν σε πειράζει θα ήθελα να γδυθώ γιατί η πρόβα τελείωσε οπότε αν μπορούσες..>>

<<Θα έφευγα έτσι και αλλιώς Ιζαμπέλλα έχω συμβούλιο με τον Λόρδο Τζάσπερ της Ουαλίας. >> Απάντησε πριν προλάβω να του ζητήσω να αποχωρήσει.


Μόλις έφυγε έβγαλα το μισοτελειωμένο νυφικό, με την βοήθεια της μοδίστρας. Φόρεσα ένα ροζ νυχτικό με τα μικρά  λευκά λουλούδια που η μητέρα μου είχε κεντήσει τόσα χρόνια πριν. Ζήτησα ευγενικά από την μοδίστρα να φύγει πριν αρχίσει τις ενοχλητικές ερωτήσεις για το τι θα κάνω με τα μαλλιά ή τα παπούτσια μου. Ευτυχώς με υπάκουσε δείχνοντας κατανόηση  στο άγχος και την συγκίνηση που έχουν οι νύφες πριν το γάμο. Χαμογέλασα ευγενικά δείχνοντας ότι πράγματι αυτός ήταν ο λόγος που ήθελα να μείνω μόνη και όχι ότι αυτές τις ετοιμασίες τις ένιωθα σαν θηλιά γύρω από το λαιμό που σίγα-σίγα έσφιγγε.


Όταν έμεινα μόνη που πήρα το σκαμπό και το τοποθέτησα μπροστά στον μεγάλο αρχοντικό μου καθρέφτη που είχα κληρονομήσει από την γιαγιά μου. Κοίταζα και δυσκολευόμουν να αναγνωρίσω το πρόσωπο μου. Αισθανόμουν σαν να μην ήμουν εγώ αυτή που ζούσε όλο αυτό το υποτιθέμενο παραμύθι αλλά κάποια άλλη. Άρχισα να αισθάνομαι κάτι στο μαγουλά μου, ήταν τα δάκρυα μου που άρχισαν να κυλούν όσο σκεφτόμουν την ζωή που με περίμενε δίπλα σε έναν άνδρα που ο πατέρας μου διάλεξε για μένα. Σκούπισα τα μάτια μου καθώς σκεφτόμουν πως έπρεπε να είμαι δυνατή.


 Σηκώθηκα και έσυρα τα βήματα μου προς την μεγάλη μπαλκονόπορτα. Έκανα στην άκρη την βελούδινη μπορντό κουρτίνα που ποτέ δεν συμπάθησα, αλλά ήταν η μόνη που αναλογούσε σε ένα πριγκιπικό δωμάτιο όπως έλεγε η οικονόμος του παλατιού. Κοίταξα έξω, στην αυλή του παλατιού. Καθόμουν απλά και χάζευα τον κηπουρό που με τόση αγάπη φρόντιζε  τον τριανταφυλλένιο κήπο, τον ιπποκόμο που χτένιζε τις χαίτες των αλόγων που έσερναν τις βασιλικές  άμαξες, τους φρουρούς  που φυλούσαν το παλάτι και σκεφτόμουν ότι όσο αχάριστο και αν ακούγεται αυτοί οι άνθρωποι είναι πιο ευτυχισμένοι από εμένα. 


Με μεγάλη μου χαρά διαπίστωσα πως η Άλις έκανε περίπατο στον κήπο. Η μοναχοκόρη της μαγείρισσας  και καλύτερη μου φίλη αφού στην ουσία μεγαλώσαμε στο ίδιο σπίτι. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα  και βγήκα στο μικρό μπαλκόνι με τα χάλκινα κάγκελα. Από τον τρόπο που φώναξα το όνομα της κατάλαβε την ανάγκη που είχα εκείνη την στιγμή από την παρέα της. Έτρεξε προς την είσοδο του παλατιού. Ακόμα και όταν έτρεχε είχε μία ανεξήγητη χάρη λες και κάποιο φώς την ακολουθούσε. Είχα σκεφτεί πολλές φορές ότι αυτή θα ήταν πιο κατάλληλη  για πριγκίπισσα  από ότι εγώ. Όταν χτύπησε την πόρτα ο ήχος ακουγόταν γλυκός  και ευγενικός.

 <<Πέρασε>> της είπα, έτρεξε αμέσως και με αγκάλιασε . 


<<Τι σου συμβαίνει πριγκίπισσα Ιζαμπέλλα; >> παρόλο που ήταν φίλη μου με αποκαλούσε πάντα έτσι, από σεβασμό στο αξίωμα μου. <<Από τα μάτια σου καταλαβαίνω ότι έκλαιγες πάλι>> συνέχισε.


<<Ω αγαπημένη μου Άλις>> είπα με παράπονο. <<Πώς θα μπορέσω να περάσω την ζωή μου με έναν άνδρα που δεν αγαπώ; Πώς θα καταφέρω να ζήσω με έναν άγνωστο;>>


<<Αχ>> αναστέναξε. <<Θλιμμένη μου πριγκίπισσα με πονάει τόσο πολύ η αγανάκτηση που νιώθεις. Θα δεις πώς με τον καιρό θα αλλάξουν τα πράγματα και πώς θα αγαπήσεις  τον  Δούκα του Γιόρκ όπως ακριβώς και η μητέρα σου αγάπησε τον πατέρα σου με τα χρόνια.>> Και καθώς μου μιλούσε δάκρυσε μαζί μου όχι τόσο από συμπαράσταση αλλά από τον πόνο που έβλεπε την φίλη της να υποφέρει.


<<Ομολογώ ότι ο Δούκας  Έμετ παρόλο που είναι αρκετά μεγαλόσωμος είναι ένας πολύ γοητευτικός άνδρας, αλλά μου είναι άγνωστος. Μία και μόνο συνάντηση δεν αρκεί για να γνωρίσεις τον μελλοντικό σου σύζυγο. Δεν συμφωνείς; Πώς θα μπορέσω να ανταπεξέλθω στα συζυγικά μου καθήκοντα με έναν άγνωστο; Προφανώς ο πατέρας μου φροντίζει τον λαό της Αγγλίας όσο καλύτερα μπορεί αλλά όχι και την ίδια του την κόρη.>> είπα σχεδόν θυμωμένα.


<<Γλυκιά μου όλα θα έρθουν με τον καιρό. Η αγάπη, ο έρωτας και η εμπιστοσύνη είναι αξίες που χρειάζονται χρόνο για να χτιστούν. Κάνε υπομονή και να δεις ότι σε λίγο καιρό θα θυμόμαστε αυτήν την συζήτηση και θα γελάμε. Σε τρείς μέρες είναι ο γάμος σου, προσπάθησε να το χαρείς. Αυτό που ζεις είναι το όνειρο κάθε κοπέλας>> είπε προσπαθώντας να μου δώσει θάρρος.


<<Όνειρο για άλλες εφιάλτης για μένα>> απάντησα κοφτά.


<<Ντύσου>> μου είπε, σχεδόν με διέταξε <<Θα κάνουμε μια βόλτα στον κήπο. Αυτό που χρειάζεσαι τώρα είναι καθαρός αέρας. >>

Δεν μπορούσα να μην υπακούσω την Άλις, πάντα ήξερε τι ήταν καλό για μένα. Με βοήθησε να διαλέξω κάτι από την ντουλάπα. Για πρώτη φορά παρατήρησα ότι στην ντουλάπα μου δεν υπήρχε ούτε ένα μαύρο φόρεμα. Μόνο αυτό το χρώμα θα μπορούσε να εκφράσει τα συναισθήματα μου εκείνη την στιγμή. Έβαλα τελικά το πρώτο φόρεμα που έπιασα. Ντύθηκα γρήγορα και κατέβηκα τις σκάλες. Η Άλις πάντα στεκόταν ένα βήμα πίσω μου από σεβασμό.


Στο σαλόνι είδα τον πατέρα μου με τον Λόρδο Τζάσπερ να συζητούν. Υποκλίθηκα φυσικά ο Λόρδος σηκώθηκε και φίλησε το χέρι μου. Τον ρώτησα από ευγένεια διάφορα ανούσια πράγματα όπως πώς είναι η οικογένεια του, και ζήτησα άδεια να αποσυρθώ. Υποκλίθηκα ξανά όπως επιβάλλεται και έφυγα με την Άλις να κρατάει ακόμα την απαιτούμενη απόσταση.


Ομολογώ ότι η βόλτα στον κήπο ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Μιλούσαμε για διάφορα πράγματα αλλά όχι γιά τον γάμο, είχα ανάγκη να ξεχαστώ άλλωστε. Κάποια στιγμή άκουσα την Άλις να γελάει χωρίς λόγο.

<<Τι είναι τόσο αστείο;>> την ρώτησα.


<<Κοίτα>> μου είπε και έδειξε με το δάχτυλο της μια κατεύθυνση που ακολούθησαν τα μάτια μου. Το κάτω μέρος του πέτρινου φράχτη που φρουρούσε το παλάτι. Χαμογέλασα. Κοιτώντας την τρύπα που είχαμε ανοίξει όταν ήμασταν μικρές στο κάτω μέρος του φράχτη. Κρυβόμασταν εκεί και κοιτούσαμε <<τον έξω κόσμο>> Όπως τον αποκαλούσαμε τότε αφού σχεδόν  ποτέ δεν μας επιτρεπόταν να βγούμε από τα τείχη. Είχαμε ανοίξει μια τρύπα που άνετα χωρούσε τα μικροσκοπικά παιδικά μας κορμιά. Οι παιδικές μας αναμνήσεις άρχισαν να κατακλύζουν το μυαλό μας. Η φωνή της μαγείρισσας διέκοψε αυτό το ευχάριστο διάλειμμα καθώς φώναζε την κόρη της να την βοηθήσει στην ετοιμασία του δείπνου. 


<<Είσαι καλύτερα;>> ρώτησε. Έγνεψα θετικά, και επιστρέψαμε και οι δύο στο παλάτι. Μπαίνοντας στην είσοδο διαπίστωσα ότι οι υπηρέτριες είχαν αρχίσει να στολίζουν τον εσωτερικό χώρο του ανακτόρου με χριστουγεννιάτικα στολίδια.


<<Μα καλά πόση ώρα έλειψα;>> είπα χαμογελώντας στην οικονόμο .<<Νόμιζα ότι ο στολισμός θα γινόταν μετά το γάμο>> συνέχισα. 


<<Το αρχικό σχέδιο άλλαξε πριγκίπισσα μου>> είπε η οικονόμος χαμογελώντας γλυκά. <<Ο Βασιλιάς επιθυμεί να είναι στολισμένο το παλάτι για την ημέρα του γάμου. Άλλωστε μόνο δέκα ημέρες έχουν μείνει για τα Χριστούγεννα>> συνέχισε έχοντας κρεμασμένες στο λαιμό  της τις αστραφτερές κόκκινες γιρλάντες που θα διακοσμούσαν το τζάκι της τραπεζαρίας.


<<Ελπίζω να θυμάσαι ότι φέτος  θα περάσω τις γιορτές στο καινούριο μου σπίτι, οπότε δεν υπάρχει λόγος να διακοσμήσετε το υπνοδωμάτιο μου>> η θλίψη στην φωνή μου ήταν εμφανής.


<<Αχ πόσο θα μου λείψεις μικρή μου πριγκίπισσα>> μουρμούρισε η Έσμε. Την κοίταξα χωρίς να χρειαστεί να πω κάτι. Πάντα με καταλάβαινε μόνο με ένα βλέμμα. Γύρισα την πλάτη μου και έφυγα, κατευθύνθηκα στο δωμάτιο μου. Μόλις μπήκα ξάπλωσα στο μεγάλο, ξύλινο κρεβάτι μου και κοίταξα τον μεγάλο ουρανό από οργάντζα που τον διακοσμούσε. Έφερα στο μυαλό μου τα παιδικά μου χρόνια και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο μου. Άφησα τις επόμενες δύο μέρες να  περάσουν γεμάτες ετοιμασίες για τον γάμο μου, και για τα Χριστούγεννα εγώ όμως παρέμενα βυθισμένη σε παιδικές μου αναμνήσεις. Ήταν το μόνο που με παρηγορούσε αυτές τις στιγμές.


Ήμουν τόσο απορροφημένη με τις σκέψεις μου που τρόμαξα με τον χτύπο της πόρτας.

 <<Περάστε>> είπα ξερά καθώς γνώριζα ότι στην πόρτα ήταν οι υπηρέτριες που είχαν έρθει να με ετοιμάσουν για την δεξίωση που έδινε ο πατέρας μου το βράδυ.


<<Κυρία το ζεστό νερό είναι έτοιμο ελάτε να σας ετοιμάσουμε δεν έχουμε πολύ χρόνο.>> είπε η Έσμε. Έγνεψα καταφατικά και πήγα αργά προς τα λουτρά. Εκεί οι υπηρέτριες έλουσαν τα μακριά καστανά μαλλιά μου και έτριψαν την λευκή μου επιδερμίδα με προσεκτικές κινήσεις . Στην συνέχεια με χτένισαν, με έντυσαν και έμεινα εκεί να με κοιτάζουν με θαυμασμό.


<<Όλο αυτό που ζείτε είναι ένα σαν παραμύθι>> είπε μα ενθουσιασμό η μικρότερη νεόφερτη υπηρέτρια. 


<<Μην ξεχνάς ότι τα παραμύθια δεν έχουν πάντοτε κάλο τέλος>> ψιθύρισα και το πρόσωπο μου αμέσως  σκοτείνιασε την ίδια στιγμή η Άλις μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Με κοίταξε με ερευνητικό βλέμμα χαμογέλασε για λίγο και είπε

<<Δεν σε έχω ξαναδεί τόσο όμορφη>> ανταπέδωσα το χαμόγελο και τότε πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί <<Κουράγιο>> Αναστέναξα.
<<Είναι όλα έτοιμα μόνο εσείς λείπετε>> ακούστηκε η γλυκιά φωνή της Έσμε.


<<Πάμε>> είπα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα για να οπλιστώ με θάρρος. Σήκωσα το κάτω μέρος από το γκρίζο μακρύ μου φόρεμα και ξεκίνησα να περπατάω αργά και προσεκτικά προς την πόρτα. Με τον ίδιο τρόπο κατέβηκα και τις σκάλες. Πριν προλάβω να πατήσω στο τελευταίο σκαλοπάτι τα χειροκροτήματα από τους παρευρισκομένους είχαν ήδη αρχίσει. Διέκρινα μέσα στους τόσους καλεσμένους τον πατέρα μου, τον μέλλοντα σύζυγο μου και ελάχιστους φίλους. Ο Δούκας Έμετ άπλωσε το χέρι του και μην έχοντας άλλη επιλογή του έδωσα και εγώ το δικό μου, το οποίο χάθηκε μέσα στα μεγάλα δάχτυλα του. Υποκλίθηκα και ξεκίνησα να δέχομαι ευχές και κομπλιμέντα από τους καλεσμένους μας. Το μόνο που έκανα ήταν να χαμογελάω.


 Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από εκείνη την βραδιά, ούτε καν τα πρόσωπα εκείνων που με τίμησαν με την παρουσία τους. Η μάλλον όχι, θυμάμαι. Ένα απρόσμενο ατυχές γεγονός που με στιγμάτισε.


Κάποια στιγμή κατά την διάρκεια της βραδιάς και ενώ το κρασί έρεε άφθονο ο μελλοντικός σύζυγος μου με πλησίασε λέγοντας μου

 <<Δεν  νομίζεις ότι εμείς οι δύο πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα;>> Συμφώνησα με ένα νεύμα του κεφαλιού μου. <<Θα ήθελες να με συνοδεύσεις σε έναν περίπατο στον υπέροχο κήπο σας;>> ρώτησε.

<<Νομίζω ότι είναι πολύ καλή ιδέα, θα ήθελα να ξεφύγω λίγο από την δεξίωση>> απάντησα από ευγένεια και κρατώντας με από το χέρι με οδήγησε στην αυλή. Περπατούσαμε για αρκετή ώρα, μιλήσαμε ελάχιστα ήταν μια πολύ ωραία και κρύα βραδιά συνάμα. Σταθήκαμε για λίγο σε ένα πέτρινο παγκάκι που κοσμούσε τον κήπο.


<<Θα ήθελες να καθίσουμε για λίγο;>> ρώτησε έχοντας στην φωνή του έναν ανεξήγητο τόνο σιγουριάς.

 <<Όπως θέλετε>> απάντησα νιώθοντας ντροπή.


<<Είσαι πολύ όμορφη>> είπε. Χαμογέλασα και ήμουν σίγουρη πως έγινα κατακόκκινη. <<Πάντα ονειρευόμουν να έχω δίπλα μου μια γυναίκα σαν εσένα. Δεν θα πεις κάτι;>> είπε χαμογελώντας.

 <<Ευχαριστώ, υποθέτω>> μουρμούρισα και αυτός έγειρε το κεφάλι του προς  το δικό μου λίγο επικίνδυνα θα έλεγα. Τραβήχτηκα ελαφρώς αλλά δεν έδειξε να πτοείτε, με έπιασε από τα μπράτσα και μου έδωσε ένα φιλί που η μόνη λέξη που μπορεί να το χαρακτηρίσει είναι βίαιο.


<<Πώς τολμάς, δεν σου επιτρέπω>> φώναξα με θυμό.


<<Είμαι ο σύζυγος σου>> απάντησε με εγωισμό.


 <<Όχι ακόμα>> του είπα και έτρεξα στο παλάτι. Στάθηκα λίγο στην είσοδο για να μην δείξω τον εκνευρισμό μου και μετά από ένα λεπτό μπήκα μέσα. Αυτός ακολούθησε πίσω μου φανερά εκνευρισμένος.


Προσποιούμενη πώς δεν συνέβη τίποτα πήγα στον πατέρα μου και του ζήτησα να αποσυρθώ, καθώς αύριο με περίμενε μια πολύ δύσκολη μέρα. Ευτυχώς δεν υποψιάστηκε τίποτα. Πριν προλάβω να μπω  στο δωμάτιο τα δάκρυα μου είχαν μουσκέψει το αστραφτερό γκρι φόρεμα μου. Ξάπλωσα και σκεφτόμουν πώς δεν μπορώ να ζήσω με έναν άνδρα που ούτε καν με σεβόταν <<Πόσο χειρότερα θα μπορούσε να είναι πια>> αλλά ποιές ήταν οι επιλογές μου; Μέσα στα δάκρυα και στις σκέψεις μου αποκοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω.


 Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε σχεδόν ξημερώσει. Λίγες ώρες έμειναν μέχρι την στιγμή  που θα φυλακιζόμουν ισόβια. Ναι, αυτό ήταν αυτός ο γάμος για μένα μία στυγερή, παγωμένη φυλακή. Λίγες ώρες μόνο. Τι μπορούσα να κάνω; Πώς μπορούσα να το αποφύγω; Δεν υπήρχε τρόπος. Φόρεσα την μεταξωτή κίτρινη ρόμπα μου και κατέβηκα στην τραπεζαρία να πάρω το πρωινό μου. Δεν είχα καθόλου όρεξη για φαγητό αλλά έπρεπε να προσποιούμε ότι ήμουν χαρούμενη και αυτό ακριβώς έκανα. Από σήμερα κιόλας θα ζούσα στην προσωπική μου κόλαση. Για λίγες ώρες, για τους ανθρώπους που με μεγάλωσαν. Έπρεπε να το κάνω σωστά όλο αυτό. Η πρώτη και ίσως μοναδική χαρούμενη νότα ήταν ο χριστουγεννιάτικος διάκοσμος.


Αφού τελείωσα με το πρωινό χαμογελώντας ψεύτικα αποχώρησα και ανέβηκα στο δωμάτιο μου για να αρχίσω να ετοιμάζομαι σιγά, σιγά. Φυσικά δεν ήμουν μόνη. Η μοδίστρα, η οικονόμος και οι υπηρέτριες με περίμεναν ήδη στο δωμάτιο μου. Ήταν όλες τους θαμπωμένες από το νυφικό, το θαύμαζαν και παίνευαν την μοδίστρα. Μπήκα μέσα και προσπέρασα τις δαντέλες. Έτρεξα στην Άλις που φυσικά και ήταν εκεί. <<Παρηγοριά μου>> έτσι την φώναζα τις τελευταίες μέρες. Οι πρώτες ώρες πέρασαν γρήγορα. Ίσως τα τραγούδια που ακούγονταν συνέχεια από τις υπηρέτριες να βοήθησαν την κατάσταση.


<<Τι θόρυβος είναι αυτός;>> ρώτησα ξαφνιασμένη <<Από πού ακούγεται;>> 


 <<Μα φυσικά οι καλεσμένοι σας Κυρία, έχουν αρχίσει να καταφθάνουν>> απάντησε η Έσμε.


 <<Δεν είναι λίγο νωρίς;>> είπα μη έχοντας συνειδητοποιήσει την ώρα. 


<<Σε μία ώρα παντρεύεστε>> απάντησε η Άλις.  Μία ώρα, μονάχα μία ώρα πόσο αβάσταχτο ακούγεται. 


<<Είστε έτοιμη, εάν θέλετε να πάτε στον καθρέπτη.>> Πλησίασα τον μεγάλο χρυσαφένιο καθρέφτη  που είχαν φέρει στο δωμάτιο μου ειδικά για την περίσταση. Κοιτάχτηκα και ζήτησα να μείνω λίγο μόνη. Φυσικά και υπάκουσαν. Το αστραφτερό λευκό νυφικό μου από δαντέλα ήταν ονειρικό. Σαν να το είχαν κεντήσει νεράιδες. Το ίδιο ονειρικό ήταν και το πέπλο που κοσμούσε τα μαλλιά μου που ήταν πιασμένα ψηλά. Γιατί να μην μπορώ να το χαρώ. Ήταν ο γάμος μου. Αισθανόμουν σαν να είχα βγει από το σώμα μου και κοίταζα μία ξένη.  Πήγα στην σερβάντα και άνοιξα το τελευταίο συρτάρι. Έβγαλα έξω το ξύλινο κουτάκι που φυλούσα το μαργαριταρένιο κολιέ της μητέρας μου. Άνοιξα το κουτί και το πήρα στα χέρια μου. Το κράτησα εκεί σαν φυλαχτό και θυμήθηκα την μητέρα μου να μου λέει πως τα μαργαριτάρια στον γάμο φέρνουν δάκρυα.


 << Όχι>> είπα λίγο φωναχτά. <<Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να φέρει δάκρυα την ημέρα  του γάμου μου. Κανένας δεν αξίζει την θυσία αυτή>>


Χωρίς  να το σκεφτώ έτρεξα στην πόρτα και την άνοιξα, κοίταξα προσεκτικά και δεν είδα κανέναν έξω. Ήταν όλοι κάτω και υποδέχονταν τους καλεσμένους που είχαν έρθει από όλο  τον κόσμο. Έβγαλα τα παπούτσια μου για να τρέξω εάν χρειαστεί κα προχώρησα στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που ακούγονταν οι φωνές. Αν κατάφερνα να φτάσω στην πίσω σκάλα, την σκάλα του προσωπικού θα είχα κάνει το πρώτο βήμα. Αργά και προσεκτικά όχι μόνο έφτασα στην σκάλα αλλά κατάφερα να την κατέβω χωρίς να γίνω αντιληπτή. Ήταν τόσο απασχολημένοι όλοι τους άλλωστε.


Με μεγάλο ρίσκο έφτασα στο πίσω μέρος της αυλής και έτρεξα να κρυφτώ στον μεγάλο φράχτη που σχημάτιζαν οι πράσινοι θάμνοι. Ένα βήμα ακόμα ψιθύρισα δίνοντας θάρρος στον εαυτό μου. Ένα βήμα ακόμα και θα είσαι ελεύθερη για πάντα. Μετά βίας κατάφερα να φτάσω στην μεγάλη τρύπα που είχαμε  ανοίξει με την Άλις. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτό το παιδικό παιχνίδι θα μου έσωζε την ζωή. Ευτυχώς τα μάτια όλων ήταν στραμμένα στο παλάτι καθώς κατέφθασε ο γαμπρός και η οικογένεια του. Τρύπωσα γρήγορα στο κενό που είχε ο φράχτης και με μια δύσκολη θα έλεγα κίνηση βρέθηκα στην απέναντι πλευρά. Για καλή μου τύχη είχε αρχίσει να νυχτώνει.


Το μέρος που βρέθηκα ήταν η πίσω πλευρά του παλατιού που ευτυχώς ποτέ δεν φυλασσόταν. Άρχισα να τρέχω ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω μου έχοντας στο πρόσωπο μου ένα χαμόγελο ικανοποίησης και ευτυχίας. Συνέχισα να τρέχω χωρίς να ξέρω που θα με βγάλει μου  έφτανε μόνο να απομακρυνθώ  από τον εφιάλτη μου. Και τότε το συνειδητοποίησα.


 Στάθηκα και κοίταξα το δρόμο. Μέχρι εδώ είχα φτάσει. Αυτό ήταν το όριο για μένα τις ελάχιστες φορές που βγήκα από τα ανάκτορα. Ένα βήμα ακόμα και δεν θα υπήρχε πισωγύρισμα. Κοίταξα το νυφικό μου. Δεν ήταν πια λευκό. Οι λάσπες και το χλωρό γρασίδι είχαν αφήσει τα στίγματα τους  επάνω του. Κατά έναν περίεργο τρόπο χάρηκα, ως παιδί δεν μου επιτρεπόταν να λερώνομαι αν και το είχα τόσο ανάγκη. Κοίταξα τον ουρανό και είπα <<Μητέρα είμαι ευτυχισμένη. Σ’ αγαπώ>> Και έκανα το μεγάλο βήμα προς το άγνωστο.


 Η ζωή μου σαν πριγκίπισσα είχε τελειώσει. Μια νέα ζωή απλωνόταν μπροστά μου. Συνέχισα να περπατάω στην άγνωστη Αγγλία. Πόσο ειρωνικό να είσαι το μέλλον αυτής της χώρας  και να μην την έχεις γνωρίσει ποτέ. Συνέχισα να περπατάω με γοργά βήματα ελπίζοντας πως η άγνωστη κατεύθυνση που ακολουθούσα θα με οδηγούσε σε μια ασφαλή κρυψώνα. Ήξερα καλά πως στα επόμενα λεπτά η φρουρά του βασιλιά θα ξεχυνόταν στους δρόμους αναζητώντας την χαμένη πριγκίπισσα. Δεν είχα πολύ χρόνο. Έπρεπε να βιαστώ. Να βρω ένα μέρος που κανένας δεν θα σκεφτόταν να ψάξει. Έτρεχα στα πλακόστρωτα σοκάκια του Λονδίνου και ευχόμουν να περάσω απαρατήρητη.


<<Αδύνατον>> μουρμούρισα <<Πως μπορεί να περάσει απαρατήρητη μια νύφη που τρέχει στο σκοτάδι;>> Δεν είχα άλλη επιλογή. Θα συνέχιζα και ότι γίνει. Προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα πως κανένας δεν γύρισε να με κοιτάξει , ούτε καν αυτοί που στέκονταν στην άκρη του πεζοδρομίου χωρίς να κάνουν τίποτα.


 Πως είναι δυνατόν σκέφτηκα και στάθηκα λίγο στην μέση του δρόμου ρίχνοντας μια προσεχτική ματιά γύρω μου. Και τότε συνειδητοποίησα ότι ο λόγος  που κανείς δεν κοίταζε δεν ήταν πως εγώ ήμουν αδιάφορη, αλλά ότι η εξαθλίωση από την πείνα και τις ασθένειες δεν είχε αφήσει στους ανθρώπους  ούτε ένα ίχνος δύναμης να σηκώσουν το κεφάλι τους. << Πως μπορεί να συμβαίνει αυτό;>> σκέφτηκα. Που είναι το υπέροχο, πλούσιο, ασφαλές Λονδίνο  που ο πατέρας μου, μου  παρουσιάζει τόσα χρόνια; 


Τις σκέψεις μου σταμάτησαν οι φωνές που ακούγονταν από μακριά. Κατάλαβα πως ήταν η φρουρά και συνέχισα να  τρέχω έχοντας αποτυπωμένο το σοκ στο πρόσωπο μου από το  θέαμα που αντίκρισα. Συνέχισα να πηγαίνω  ευθεία μην ξέροντας που θα με βγάλει ο δρόμος. Ξαφνικά είδα μπροστά μου δυο γυναίκες, ελαφρώς ντυμένες παρ όλο το τσουχτερό κρύο, να κάθονται στην άκρη του δρόμου κάνοντας βόλτες. Από την βιασύνη μου έπεσα πάνω στη μία από αυτές.


 << Συγνώμη>> είπα λαχανιασμένη.


 <<Τι σου συμβαίνει ομορφούλα; Γιατί τρέχεις λες και σε κυνηγάνε;>> μου είπε.


 <<Με κυνηγάνε, μπορείς να με βοηθήσεις>> είπα απελπισμένη. <<Δεν κρύβω κλέφτρες, δεν θέλω μπλεξίματα >> απάντησε απότομα.


 <<Δεν είμαι κλέφτρα, κρύψε με και θα σου εξηγήσω μετά >>


<<Εντάξει  το καλό που σου θέλω όμως να μην με μπλέξεις σε τίποτα >> συνέχισε <<έλα>> μου είπε και άνοιξε την παλιά ξύλινη πόρτα σε ένα μικρό ερείπιο που αυτή χαρακτήριζε σπίτι. Στο εσωτερικό υπήρχε ένα δωμάτιο χωρισμένο με ένα σκισμένο πανί και κουβέρτες στο πάτωμα που σχημάτιζαν δυο κρεβάτια.


 <<Τι συμβαίνει ; Γιατί είσαι ντυμένη έτσι;>> με ρώτησε <<Γιατί είσαι ντυμένη έτσι;>> έπρεπε να σκεφτώ μια γρήγορη ιστορία.


 <<Είμαι υπηρέτρια στο παλάτι>> απάντησα <<σήμερα είναι ο γάμος της Κυρίας μου>>


<<Όλη η Αγγλία το γνωρίζει αυτό >> σχολίασε.


<<Ζήλεψα πολύ με τον παραμυθένιο γάμο της Κυρίας μου, τρύπωσα στο δωμάτιο της να δοκιμάσω το νυφικό της και για κακή μου τύχη με κατάλαβαν και με καταδιώκουν από εκείνη την στιγμή με σκοπό να με τιμωρήσουν που ατίμασα την Κυρία μου>> είπα κοκκινίζοντας για το ψέμα που μόλις ξεστόμισα
 <<Ούτε εγώ ξέρω πως κατάφερα να βγω από τα ανάκτορα>> συνέχισα. Ένιωσα ευγνωμοσύνη που κανείς δεν γνώριζε το πρόσωπο μου.


<<Μάλιστα λίγο δύσκολο να το πιστέψω, αλλά για να το λες εσύ έτσι θα είναι.>>


<<Το όνομα μου είναι Άλις >>της είπα περισσότερο κόκκινη από ότι πριν.


<<Εμένα με λένε Ρόζαλι και την κοπέλα έξω την λένε Τάνια. Προφανώς κατάλαβες πως είμαστε πόρνες  αλλά μιας και έχουμε φιλοξενούμενη λέω να σταματήσουμε νωρίς την δουλειά για απόψε. Πεινάς;>> μου είπε.


<<Όχι ευχαριστώ. Αλλά εάν δεν σε πειράζει θα ήθελα να ξαπλώσω λίγο. Είχα μια πολύ δύσκολη μέρα.>>


<<Όπως θέλεις εάν χρειαστείς κάτι φώναξε. Πάω να ενημερώσω την Τάνια ότι η δουλεία τελείωσε.>> Είπε χαμογελώντας πονηρά.


<<Θα ήθελα εάν γίνεται να μου κάνεις μια χάρη>> είπα ευγενικά <<Δεν μπορώ να συνεχίσω να φοράω το νυφικό είναι πανάκριβο. Το ανταλλάσω λοιπόν με δυο αλλαξιές από τις δικές σου.>> Τα μάτια της άστραψαν στην πρόταση που της έκανα. Έσκυψε και χάιδεψε την ταλαιπωρημένη δαντέλα που φορούσα.


<<Σύμφωνοι>> μου είπε ικανοποιημένη.


Έβγαλα το φόρεμα και φόρεσα κάτι παλιό και βρώμικο χωρίς να με ενοχλεί. Ξάπλωσα στις κουβέρτες που ήταν στρωμένες στο πάτωμα και κοιμήθηκα σχεδόν αμέσως. Κατά έναν περίεργο τρόπο ένιωθα ασφαλής. Ξύπνησα απότομα μέσα στην νύχτα από έναν εφιάλτη. Προσπαθώντας να πάρω βαθιές ανάσες για να ηρεμήσω άκουσα την Ρόζαλι να λέει στην Τάνια ότι δεν έχαψε το παραμύθι που της πούλησα και πως κατάλαβε ποια ήμουν στην πραγματικότητα.


<<Ο Βασιλιάς θα είναι γενναιόδωρος μαζί μας όταν του επιστρέψουμε την μονάκριβη κόρη του.>> άκουσα την Ρόζαλι να λέει. Ένιωσα όλο μου το σώμα να παγώνει , ένιωσα να χάνομαι. Έσφιξα τα χέρια μου σε γροθιές σε σημείο που μου προκαλούσε πόνο.


Δεν θύμωσα με τις σκέψεις της γιατί άλλωστε να φροντίσει την κόρη ενός Βασιλιά που ποτέ δεν νοιάστηκε γι αυτήν και τους ομοίους της. Έπρεπε να φύγω χωρίς να γίνω αντιληπτή . Προσποιήθηκα πως κοιμόμουν μέχρι που βεβαιώθηκα πως κοιμήθηκαν και αυτές. Την κατάλληλη στιγμή το έσκασα.


 Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε τουλάχιστον τώρα ήμουν σίγουρη πως δεν θα με πρόσεχε κανείς αφού φορούσα ότι και όλοι οι υπόλοιποι. Έκανε πολύ κρύο και έτσι τρύπωσα κάτω από ένα παλιό γεφυράκι που βρέθηκε μπροστά μου τουλάχιστον για να προστατευτώ από την βροχή που ξεκινούσε.


 Δυο μέρες πέρασαν και εγώ ήμουν ακόμα κρυμμένη εκεί. Νηστική , παγωμένη αλλά όχι μετανιωμένη. Όταν νύχτωσε σηκώθηκα αποφασισμένη να βρω τουλάχιστον κάτι να φάω ακόμα και αν χρειαζόταν να πουλήσω το μαργαριταρένιο κολιέ της μητέρας μου το μόνο ενθύμιο που μου είχε απομείνει από το παρελθόν μου. Πήρα δύναμη και σέρνοντας τα πόδια μου κατάφερα να φτάσω σε μια πλατεία εκεί κοντά. Είδα έναν σχετικά καλοντυμένο, ψηλό, ξανθό νεαρό να στέκεται στην άκρη του δρόμου και να δίνει φαγητό στους ζητιάνους. Εκπρόσωπος της εκκλησίας σκέφτηκα και τον πλησίασα.


<<Συγνώμη>> είπα ξέπνοα <<Που θα μπορούσα να βρω κάτι να...>> Και πριν προλάβω να τελειώσω την πρόταση μου δυο μεγάλα μπλε μάτια γύρισαν και με κοίταξαν γεμάτα έκπληξη. Κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω στο δικό του και ξέχασα αυτό που ξεκίνησα να λέω. 


<<Πριγκίπισσα Ιζαμπέλλα >> είπε απορημένος. Πάγωσα στο άκουσμα του ονόματος μου.


<<Όχι λάθος κάνετε.>>  είπα απότομα και γύρισα την πλάτη μου να φύγω , ελπίζοντας ότι πίστεψε. Έκανα δυο μεγάλα βήματα προσπαθώντας να απομακρυνθώ . Ήρθε γρήγορα πίσω μου. Με έπιασε από τους ώμους και με μια απότομη κίνηση με γύρισε προς το μέρος του


<<Θα αναγνώριζα αυτό το πρόσωπο παντού>> μου είπε <<Μην αρνείσαι πως είσαι η πριγκίπισσα. Άλλωστε δεν έχω σκοπό να σε πάω πίσω εάν δεν το θέλεις εσύ>>

<<Και γιατί νε σε εμπιστευτώ ;>>είπα καχύποπτα.


<<Γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή. Είσαι εξασθενημένη και χρειάζεσαι βοήθεια>>


Η συμπόνια και η κατανόηση ήταν αποτυπωμένες σε κάθε του λέξη. Είχε δίκιο δεν είχα άλλη επιλογή, δεν θα μπορούσα να επιβιώσω μόνη εκεί έξω. Αν και φοβόμουν λίγο ομολογώ ότι τα μάτια του μου έβγαζαν εμπιστοσύνη. Κούνησα το κεφάλι μου δείχνοντας πως δέχομαι την βοήθεια του. Χαμογέλασε και με έπιασε από το χέρι. Δεν ξέρω εάν έφταιγε το ότι χρειαζόμουν έναν ώμο να ακουμπήσω ή η  ανάγκη μου να τον πιστέψω  αλλά το χαμόγελο που ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του ήταν ότι πιο όμορφο είχα αντικρύσει στην ζωή μου. Πέρασε το δυνατό του χέρι από την μέση μου και έτσι υποβασταζόμενη καθώς δεν είχα άλλες δυνάμεις με οδήγησε σε ένα μικρό παλιό πανδοχείο.


<<Έλα μου είπε θα σου βρούμε κάτι να φας και λίγο ζεστό γάλα και αν είσαι τυχερή μπορεί να βρούμε ένα δωμάτιο να περάσεις τουλάχιστον την αποψινή νύχτα.>> Ψιθύρισε στο αυτί μου.


<<Ευχαριστώ>> απάντησα. << Θα ήθελα όμως να μου λύσεις μερικές απορίες>>


<<Αυτό που έχει σημασία τώρα είναι να συνέλθεις από την ταλαιπωρία. Μετά θα είμαι στην διάθεση σου πριγκίπισσα μου.>>


<<Μην με αποκαλείς έτσι μπορεί να μας ακούσει κάποιος>> Είπα θυμωμένα.


<<Όπως θες>> Απάντησε και άνοιξε την σκουριασμένη πόρτα του πανδοχείου. Με έβαλε να καθίσω μέχρι αυτός να κανονίσει για το φαγητό. Τον παρατηρούσα συνέχεια, παρακολουθούσα την κάθε του κίνηση, όχι μόνο από ανασφάλεια αλλά και από ενδιαφέρον.
Όσο τον κοίταζα χαρακτηριστικά που απορούσα πως νωρίτερα πέρασαν απαρατήρητα. Πρώτα από όλα τα μαλλιά του δεν ήταν ξανθά όπως νόμιζα αρχικά είχαν ένα λαμπερό χάλκινο χρώμα. Ήταν σαν ένα πανάκριβο κόσμημα που κοσμούσε το κεφάλι του. Οι πλάτες του ήταν αρκετά μεγάλες για την διάπλαση του και τα χέρια του φαίνονταν  τόσο δυνατά.


Γύρισε αφού παρήγγειλε το γεύμα μου και άρχισε να περπατά προς το μέρος μου. Εγώ φυσικά χαμήλωσα το βλέμμα μου και ευχήθηκα να μην με είχε δει να τον κοιτάζω έτσι. Το περπάτημα του ήταν περίεργο. Αργό και γοητευτικό έκρυβε μυστήριο. Ω ήταν υπέροχος. Ένιωσα περίεργα ζέστη να περιβάλλει όλο μου το κορμί. Τράβηξε την καρέκλα και έκατσε απέναντι μου.


<<Λοιπόν είσαι καλύτερα τώρα; >> Είπε χαμογελώντας.


<< Ναι, ευχαριστώ. >> Απάντησα << Θα μου λύσεις τελικά τις απορίες μου;>> Ρώτησα.


<<Θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ.>> Απάντησε χαμογελώντας.


<<Πώς με αναγνώρισες; Σε αυτά τα μέρη όλοι ξέρουν το όνομα μου αλλά όχι και το πρόσωπο μου. >> Είπα θέλοντας να μάθω.
<<Το παράξενο στην υπόθεση δεν είναι πώς σε αναγνώρισα εγώ αλλά πώς δεν με αναγνώρισες εσύ. >>


<<Εννοείς πώς έχουμε συναντηθεί στο παρελθόν; Δεν θυμάμαι να σε έχω δει ποτέ.>> Είπα κάπως προσβεβλημένη. Πώς θα μπορούσα να μην τον θυμάμαι; Αδύνατον.


<<Επέτρεψε μου να συστηθώ τότε. Ονομάζομαι Έντουαρντ. Είμαι ο μικρότερος γιός του Δούκα του Γιόρκ και κατά συνέπεια είμαι ο μικρότερος αδελφός του παρά λίγο συζύγου σου.>>


Στο άκουσμα αυτών τα μάτια μου άνοιξαν και σήκωσα απότομα το κεφάλι μου και τον κοίταξα. Ξαφνιάστηκα, φοβήθηκα οι σκέψεις πέρασαν με απίστευτη ταχύτητα από το μυαλό μου. Δεν ξέρω τι έκφραση είχε το πρόσωπο μου εκείνη την στιγμή.
<<Ψεύτη. Με κορόιδεψες >> Φώναξα με οργή και σηκώθηκα απότομα ελπίζοντας ότι θα καταφέρω να τρέξω μακριά του.


<<Στάσου Ιζαμπέλλα>> φώναξε τραβώντας το χέρι μου. 


Γύρισα και τον χαστούκισα με όλη μου την δύναμη. Έτρεξα προς την πόρτα και αυτός με ακολούθησε. Κατάφερα να φτάσω μόνο μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο. Με σταμάτησε στάθηκε απέναντι μου και με έπιασε σφιχτά από τους ώμους.


<<Τί κάνεις; Δεν θα σε πάω πίσω εάν εσύ δεν το θελήσεις. Καταλαβαίνω ότι δεν μπορείς να με εμπιστευτείς αλλά κρατάω τις υποσχέσεις μου. Πίστεψε με, σε παρακαλώ.>.


<<Άσε με. Δεν καταλαβαίνω. Ατίμασα την οικογένεια σου. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνεις είναι να με εκδικηθείς. Εκτός αν..>> και διάφορες καχύποπτες σκέψεις με κατέκλυσαν << Έχεις κάποιο σχέδιο.>>


<<Σταμάτα. Όσο απίστευτο και αν σου ακούγεται, δεν με ενδιαφέρει η εκδίκηση. Ας το κάνει  ο αδερφός μου αν αυτό επιθυμεί. Σε παρακαλώ πάμε ξανά μέσα. Πρέπει να φροντίσεις τον εαυτό σου. Θέλω μόνο να σε βοηθήσω. Και υπόσχομαι να απαντήσω σε όλες σου τις ερωτήσεις.>> Είπε με συμπόνια. Το βλέμμα του ήταν βαθύ μέσα στο δικό μου.


Μην έχοντας άλλη επιλογή τον ακολούθησα ξανά μέσα στο πανδοχείο. Κάτσαμε ξανά στο σκουρόχρωμο ξύλινο τραπεζάκι που υπήρχε μέσα και πήραμε ταυτόχρονα μια βαθιά ανάσα. Δεν ήξερα από που να ξεκινήσω. Οι ερωτήσεις που ήθελα να κάνω ήταν τόσες πολλές που μέχρι και εγώ άρχισα να μπερδεύομαι.


<< Λοιπόν>> ξεκίνησα <<Δεν θυμάμαι να σε έχω ξαναδεί.>>


<<Και όμως με έχεις ξαναδεί απλώς δεν με πρόσεξες.>> Είπε χαμογελώντας ειρωνικά.<< Ήμουν και εγώ εκεί στην δεξίωση την παραμονή του γάμου, αλλά η άσχημη ψυχολογική σου κατάσταση δεν σου επέτρεψε να με προσέξεις.>>


<<Πώς ξέρεις ότι δεν ήμουν καλά; Χαμογελούσα έστω και ψεύτικα συνέχεια>> είπα.


<<Σε αντίθεση με εσένα που δεν μου έριξες ούτε ένα βλέμμα εγώ δεν πήρα τα μάτια μου από πάνω σου. Σε κοίταζα και σκεφτόμουν συνέχεια τι μπορεί να έχει κάνει ο Έμετ για να αξίζει μια τέτοια τύχη.>> Είπε κοιτώντας με στα μάτια. Κοκκίνισα.


Ευτυχώς ο πανδοχέας αποφάσισε να διακόψει για να σερβίρει το φαγητό την πιο κατάλληλη στιγμή. Ήπια το ζεστό γάλα με την μία, το είχα τόση ανάγκη.


<<Ξεκίνα να τρως>> μου είπε, ήθελα να πέσω με τα μούτρα στη σούπα αλλά οι καλοί μου τρόποι δεν μου το επέτρεπαν. 


<<Δεν μοιάζεις καθόλου με τον αδερφό σου. Ομολογώ ότι δεν γνώριζα καν την ύπαρξη σου.>> Και τελειώνοντας τη φράση ρούφηξα αθόρυβα λίγη σούπα.


<<Η αλήθεια είναι ότι ήμουν πάντα το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Παράκουγα τις εντολές του πατέρα μου και δεν φερόμουν ποτέ σαν ευγενής. Έτσι οι γονείς μου αποφάσισαν να με στείλουν εσώκλειστο σε ένα σχολείο στη Γερμανία.  Για να είμαι ειλικρινής αυτή τους η απόφαση δεν με στενοχώρησε καθόλου.>>  Εξομολογήθηκε.


<<Και τι ακριβώς κάνεις εσύ σε αυτή τη γειτονιά;>> ρώτησα.


<<Όταν μπορώ να ξεφύγω από το σπίτι έρχομαι εδώ και δίνω φαγητό ή ότι άλλο καταφέρνω να "κλέψω" από την οικογένεια μου και το μοιράζω στους φτωχούς. >> Είπε χωρίς να θέλει να κάνει επίδειξη.  Πόσο ευαίσθητος και διαφορετικός από ότι έχω γνωρίσει μέχρι τώρα, σκέφτηκα. <<Στην οικογένεια μου δεν αρέσουν οι κινήσεις μου και ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί. Άλλωστε αυτά που καταφέρνω να αρπάξω από το σπίτι δεν καταλαβαίνουν καν ότι λείπουν. Λυπάμαι που το λέω αλλά οι δικοί μου είναι πολύ αχάριστοι. >> Είπε με πίκρα. 


Καθόμουν και τον άκουγα να μου εξιστορεί διάφορες εμπειρίες από την ζωή του, να μου αναλύει τις απόψεις του για τις ταξικές διαφορές και όσο τον άκουγα τόσο με μάγευε η ψυχή του. Πέρασαν σχεδόν δύο ώρες και μου φάνηκαν σαν να πέρασε ένα λεπτό. Κρεμόμουν συνέχεια από τα χείλη του.
Όταν τελικά λύθηκαν όλες μου οι απορίες ήρθε η σειρά του να αρχίσει τις ερωτήσεις και φυσικά δεν μπορούσα να αποφύγω τις απαντήσεις.


<<Λοιπόν>> ξεκίνησε. << Θα μου πεις τι έγινε εκείνη τη βραδιά; Γιατί έφυγες την τελευταία στιγμή από το γάμο σου χωρίς να εξηγήσεις σε κανέναν τίποτα;>>


Ξεκίνησα να του εξηγώ πόσο αυταρχικός ήταν ο πατέρας μου και ότι τα σχέδια που είχε για μένα δεν συμβαδίζουν με τα δικά μου. Του μίλησα ακόμα και γι αυτά… τα απλά (αλλά τόσο δύσκολα να υλοποιηθούν) όνειρα μου.  Με κοιτούσε συνέχεια μέσα στα μάτια. Πρόσεχε την παραμικρή λεπτομέρεια στις κουβέντες μου και κατά διαστήματα με διέκοπτε για να κάνει σχόλια ή επιπλέον ερωτήσεις. Ζήτησα να μου φέρουν ένα δεύτερο ποτήρι γάλα. Το ήπια σιγά, σιγά καθώς  η σούπα είχε ήδη διώξει την πείνα μου. Μιλούσα κι έπινα λίγο – λίγο. Μετά από λίγο άρχισα να του εξηγώ τι συνέβη με τον αδερφό του το βράδυ της δεξίωσης. Αυτή η στιγμή φάνταζε τόσο μακρινή σαν να είχαν περάσει χρόνια. Ένιωσα τόσο άσχημα και τόση ντροπή καθώς με άκουγε σαν να ήταν αυτός που δεν με σεβάστηκε.


<<Μα πώς; Πως είναι δυνατόν να μην σέβεται μια γυναίκα σαν εσένα. Τόσο όμορφη, τόσο εύθραυστη. Ο  Έμετ ώρες-ώρες φέρεται σαν αγροίκος. >> Είπε απολογητικά.


<<Σ’ ευχαριστώ>> είπα χαμογελώντας
<<Γιατί;>>


<<Για όσα κάνεις για μένα. Και μόνο που με άκουσες μου φτάνει. Αισθάνομαι τόσο οικεία μαζί σου, σαν να με ξέρεις χρόνια. >>
Χαμήλωσα το βλέμμα μου από ντροπή. Έπιασε το πηγούνι μου και σήκωσε το κεφάλι μου για να μπορέσει να με κοιτάξει στα μάτια. Ανατρίχιασα στο άγγιγμά του.


<<Εγώ αισθάνθηκα αυτό από την πρώτη στιγμή που σε είδα κι ας μην γύρισες να μου ρίξεις ένα βλέμμα. >> είπε με παράπονο.


<<Εγώ….>> Προσπάθησα να απολογηθώ.


<<Νομίζω πώς είναι ώρα για ξεκούραση, δεν συμφωνείς; Πρέπει και εγώ να γυρίσω στην έπαυλη πριν καταλάβουν ότι λείπω. >> Είπε για να με βγάλει από τη δύσκολη θέση. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό μου και με οδήγησε στην παλιά  ξύλινη σκάλα που κατευθυνόταν στα μικρά δωματιάκια του πανδοχείου. 


<<Παρατήρησες ότι τίποτα δεν θυμίζει τον ερχομό των Χριστουγέννων; >> Είπα απορημένη καθώς τόσες μέρες δεν είδα ούτε ένα στολίδι πουθενά. 


<<Για τους ανθρώπους που πεινάνε όλες οι μέρες είναι ίδιες.>> Είπε προχωρώντας προς την πόρτα του δωματίου μου. Τι περίεργο συναίσθημα! Τόση θλίψη για τις συνθήκες διαβίωσης αυτών των ανθρώπων και συνάμα τόση χαρά για τον ονειρεμένο άντρα που είχα γνωρίσει. Άνοιξε την πόρτα δείχνοντάς μου το δωμάτιο.


<<Δεν έχει καμία σχέση με αυτό που έχεις συνηθίσει μέχρι τώρα αλλά από το να κοιμηθείς πάλι σους δρόμους….>> μου είπε.


<<Είναι τέλειο. >> Απάντησα ενθουσιασμένη. Ήταν ένα αχούρι αλλά μπροστά στη γέφυρα φάνταζε παλάτι. 


<<Καληνύχτα, πέρασα υπέροχα. >> Είπε και φίλησε το χέρι μου κοιτώντας με στα μάτια.


<<Καληνύχτα, και ευχαριστώ για όλα. Θα με επισκεφτείς αύριο; >> Ρώτησα περιμένοντας με αγωνία την απάντησή του.


<<Να είσαι σίγουρη. >> Απάντησε χαμογελώντας και άρχισε να απομακρύνεται χωρίς να παίρνει τα μάτια του από πάνω μου. 


Μπήκα στο δωμάτιο, ξάπλωσα στο στρώμα του κρεβατιού μου και σκεπάστηκα με την κουβέρτα. Τα μάτια του δεν έφυγαν στιγμή από το μυαλό μου. Παρ’ όλη την εξάντληση και την ταλαιπωρία έμεινα ξάγρυπνη πολλές ώρες γιατί δεν ήθελα να σταματήσω να τον σκέφτομαι. Ήξερα ότι ήταν αδύνατο να συμβεί κάτι μεταξύ μας λόγω της δύσκολης κατάστασης, ωστόσο ευχόμουν να με σκέφτεται κι αυτός. Κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω. Το επόμενο πρωί ξύπνησα από τον χτύπο της πόρτας. Τρόμαξα. Δίστασα να απαντήσω φοβούμενη ότι με είχαν ανακαλύψει.    ‘’Λες να με πρόδωσε; ‘’σκέφτηκα. 


<<Εγώ είμαι, άνοιξε μου. >> Είπε μια γνώριμη φωνή που ακούστηκε σαν σωτηρία στα αυτιά μου. Έτρεξα να ανοίξω ανυπομονώντας να τον δω.


<<Καλημέρα>> του είπα.

<<Καλημέρα, πως ήταν η νύχτα σου;>> Ρώτησε


<<Δεν έχω παράπονο, θες να περάσεις;>> Ψιθύρισα.


Μπήκε στο παλιό δωμάτιο και έκατσε στη μοναδική ετοιμόρροπη καρέκλα που υπήρχε. Κρατούσε κάτι στα χέρια του αλλά δεν το παρατήρησα μέχρι να το σχολιάσει. Δεν μπορούσα να προσέξω τίποτα άλλο εκτός από το πανέμορφο πρόσωπό του.


<<Σου έφερα ρούχα και φαγητό. >> Μου είπε. <<Μην ανησυχείς δεν έφερα τίποτα φανταχτερό. Πήρα τα ρούχα που η μητέρα μου είχε για τις υπηρέτριες. Έτσι δεν θα σε καταλάβει κανείς. >> Συνέχισε.


<<Πόσο κουραστικό θα ακουστεί αν σε ευχαριστήσω για ακόμη μια φορά; >> Ρώτησα


 <<Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σένα. >> Μου είπε.


<<Γιατί το λες αυτό; Νομίζεις ότι μου χρωστάς κάτι απλά και μόνο επειδή είμαι η κόρη του βασιλιά;>>


<<Όχι Ιζαμπέλα, δεν νιώθω ότι σου χρωστάω κάτι. Έχω όμως την ανάγκη να σε φροντίσω και να σε προστατεύσω. Αισθάνομαι πολύ όμορφα όταν βρίσκομαι δίπλα σου και ας σε ξέρω τόσο λίγο.>> Όσο μου μιλούσε με κοιτούσε στα μάτια έμοιαζε σαν να ήθελα να μου πει κι' άλλα, αλλά δεν μπορούσε.


<<Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς και δεν μου κρατάς κακία μετά από αυτό που έκανα στην οικογένεια σου. >>


<<Δεν μπορώ να κρατήσω κακία σε έναν άνθρωπο που το μόνο που επιθυμεί  είναι να ζήσει τα όνειρα του. Πραγματικά σε θαυμάζω Ιζαμπέλλα. >> Είπε και μου έπιασε το χέρι.


<<Χμ.. Πάντα μισούσα το όνομα μου. >>Είπα αμήχανα προσπαθώντας να αλλάξω κουβέντα.


<< Τί θα έλεγες λοιπόν να σε φωνάζω Μπέλλα; >>


<< Τέλειο>> είπα ενθουσιασμένη.


<< Νέα ζωή, νέο όνομα. >>


<< Θα ήθελα πολύ να σε βγάλω έξω για έναν περίπατο να σου δείξω τις ομορφιές του Λονδίνου και όχι μόνο τις φτωχογειτονιές. Αλλά φοβάμαι ότι αν μας δουν μαζί θα έχουμε και οι δύο μεγάλα προβλήματα. >>


<<Μπορούμε να μείνουμε εδώ Έντουαρντ μου είναι πολύ ευχάριστη η παρέα σου. >> Ψιθύρισα.


<< Και εμένα. >> Απάντησε. <<Λοιπόν πες μου κάτι για σένα, θέλω να σε μάθω καλύτερα. >>


Άρχισα να του μιλάω για την μαμά μου, τα παιδικά μου χρόνια, την μόρφωσή μου και την αγαπημένη μου φίλη Άλις. Για οτιδήποτε θα μπορούσε να τον κάνει να με μάθει καλύτερα. Ήταν τόσο ευχάριστο να του μιλάω και να είμαι μαζί του, εύκολο όπως η αναπνοή που έβγαινε από τα στήθη μου.
Όταν άκουσε το όνομα της Άλις πάγωσε.


<<Μπέλλα άκουσε με για λίγο. Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω αλλά υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθεις. Την μέρα που έφυγες κατηγόρησαν την Άλις ότι γνώριζε το σχέδιο σου και ότι σε φυγάδευσε. Ο αρχηγός της φρουράς την πήρε για ανάκριση αλλά δεν γνωρίζω τι έγινε μετά.>>


Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Δεν ήταν δυνατόν η "αδερφή"  μου να περνά μια απίστευτη ταλαιπωρία εξαιτίας μου. Δεν πρόλαβα ούτε να την αποχαιρετήσω. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς. 


Ο Έντουαρντ σηκώθηκε από την καρέκλα και έκατσε δίπλα μου στο παλιό κρεβάτι. Πέρασε το ένα του χέρι γύρω από την μέση μου και το άλλο στο κεφάλι μου και με έχωσε παρηγορητικά στο στήθος του. Δεν μιλούσε μόνο χάιδευε τα καστανά μαλλιά μου. Ομολογώ ότι ήταν αρκετό.


 Κάποια στιγμή τραβήχτηκε απαλά πίσω ώστε να μπορεί να δει το πρόσωπο μου. Έπιασε με τα μακριά δάχτυλα του το σαγόνι μου και σήκωσε το κεφάλι μου για να μπορώ να τον δω και εγώ. Αργά και διστακτικά πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό μου και ακούμπησε τα χείλη του στα δικά μου. Απαλά φίλησε το κάτω χείλος μου. Ήταν ένα απλό άγγιγμα των χειλιών του πάνω στο δικό μου, αρκετό όμως για να ανατριχιάσει όλο μου το σώμα. Μου έδωσε ένα δεύτερο φιλί με περισσότερη διάρκεια αυτήν την φορά. Το στομάχι μου σφίχτηκε τα χέρια μου πάγωσαν και ήμουν σίγουρη πως η καρδιά μου θα έσκιζε το στήθος μου και θα πεταγόταν έξω.


Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε <<Το ένιωσες αυτό; >> Κατάλαβα αμέσως πως ένιωσε όλες τις αντιδράσεις στο κορμί μου.


<< Δεν φάνηκε; >> Απάντησα με ερώτηση. <<Καλύτερα όμως να μην συνεχίσεις. >> Του είπα << Ξέρεις ότι θα έχεις τεράστια προβλήματα εάν συνάψεις σχέσεις μαζί μου. Δεν με ενδιαφέρει για μένα εγώ είμαι ήδη μπλεγμένη. >> Μου χαμογέλασε και με φίλησε ξανά.


<<Σου αρκεί αυτό ως απάντηση; >> είπε γλυκά. Έγνεψα καταφατικά. Έτσι πέρασε και αυτή η μέρα. Μιλούσαμε για τους εαυτούς μας, πού και πού με φιλούσε άλλοτε το φιλί του ήταν απαλό σαν ένα άγγιγμα και άλλοτε βαθύ σαν ανάγκη. Ώρα με την ώρα δενόμασταν περισσότερο. Το βράδυ έφυγε λέγοντας μου ότι αύριο θα με περίμενε μια έκπληξη. Τον έβγαλα μέχρι την πόρτα. Με φίλησε μου ψιθύρισε καληνύχτα στο αυτί και έφυγε.


Ξάπλωσα και δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο διαφορετικά ένιωθα. Πώς είχαν αλλάξει όλα τόσο. Πώς μπήκε ο Έντουαρντ στην ζωή μου και άλλαξε τα πάντα από το όνομα μου μέχρι και εμένα την ίδια ως τα βάθη της ψυχής μου. Σκεφτόμουν την αίσθηση των φιλιών του. Άγγιζα  τα χείλη μου και ένιωθα το μούδιασμα που είχαν αφήσει τα χείλη του εκεί. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα στο παράθυρο, έκανα στην άκρη την παλιά σκισμένη κουρτίνα και κοίταξα στον ουρανό.


<<Μανούλα είμαι ερωτευμένη.>> Μουρμούρισα.
Γύρισα στο κρεβάτι έσβησα την λάμπα πετρελαίου και αποκοιμήθηκα με το χαμόγελο αποτυπωμένο στο πρόσωπο μου όλη την νύχτα. Ξύπνησα νωρίς πριν ακόμα ξημερώσει. Άνοιξα την πόρτα του δωματίου και βγήκα στον διάδρομο, κατευθύνθηκα προς το μοναδικό μπάνιο του πανδοχείου. Ήλπιζα πως θα έβρισκα έναν τρόπο να φρεσκαριστώ λίγο. Δεν ήθελα να με δει σε αυτά τα χάλια ξανά. Άλλωστε μου ετοίμαζε μια έκπληξη ήθελα να είμαι όσο πιο όμορφη μπορούσα.


Μπήκα στο μπάνιο και το μάτι μου έπεσε αμέσως σε ένα βαρέλι με νερό. Βρήκα μία πετσέτα και την έβαλα στο νερό να μουσκέψει, έβγαλα τα ρούχα μου και άρχισα να καθαρίζω το κορμί μου. Ντύθηκα με τα ρούχα που μου είχε φέρει ο Έντουαρντ. Έσκισα ένα μακρύ κομμάτι ύφασμα από τα παλιά μου ρούχα και το έδεσα γύρω από τα μαλλιά μου σχηματίζοντας ένα μικρό κότσο. Γύρισα στο δωμάτιο έκατσα στην καρέκλα και έμεινα ακίνητη να κοιτάζω την πόρτα. Πέρασαν σχεδόν δύο ώρες και δεν είχα κουνηθεί από εκεί μέχρι που επιτέλους άκουσα την πόρτα να χτυπάει. Έτρεξα να ανοίξω χωρίς να ρωτήσω ποιός είναι. Επιτέλους τα βλέμματα μας συναντήθηκαν ξανά. Μου χαμογέλασε.


<<Καλημέρα>> Τον καλωσόρισα. << Πέρασε. >>


<< Έκανες κάτι; Είσαι διαφορετική σήμερα. >> Είπε κοιτώντας με από πάνω μέχρι κάτω. Δεν ήξερα εάν ήταν η πρόχειρη περιποίηση που είχα κάνει ή η ευτυχία μου. 


<< Όχι δεν έχω κάνει κάτι. Απλώς φρόντισα λίγο τον εαυτό μου όσο οι συνθήκες μου το επιτρέπουν. Λοιπόν ποιά είναι η έκπληξη; >> Κοίταξε προς τα κάτω κάνοντας ένα νεύμα. Κατέβασα το βλέμμα μου και είδα να κρατάει  ένα βαλιτσάκι.


<<Τι είναι αυτό;>> Ρώτησα απορημένη.


<<Από την Γερμανία γύρισα μόνο για τον γάμο του αδερφού μου. Σήμερα είναι η μέρα να γυρίσω πίσω. >>


Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, γύρισα από την άλλη πλευρά για να μην με δει. Είχα τόση στεναχώρια και τόσο θυμό μέσα μου."Γιατί μου έδωσε ελπίδες γιατί ήρθε τόσο κοντά μου αφού δεν είχε σκοπό να μείνει στην Αγγλία; " Ένιωσα το χέρι του στον ώμο μου, με γύρισε και με τράβηξε κοντά του. Με αγκάλιασε σφιχτά. Τα δάκρυα μου κυλούσαν ασταμάτητα.


<< Προφανώς δεν με κατάλαβες. Σου είπα πως ήρθε η μέρα να γυρίσω στην Γερμανία. Όχι πως θα το κάνω κιόλας. >> Μου είπε, σκουπίζοντας τα μάγουλα μου.


<<Δεν καταλαβαίνω. >> Είπα με τρεμάμενη φωνή.


<<Όλοι γνωρίζουν πως έφυγα για να επιστρέψω στις σπουδές μου. Δεν θα γυρίσω πίσω όμως. Αποφάσισα να μείνω εδώ, μαζί σου για όσο καιρό με θέλεις δίπλα σου. >>


<< Δηλαδή για πάντα.>> Είπα κοιτώντας τον στα μάτια. Έσκυψε και μου έδωσε ένα τρυφερό φιλί. <<Και τώρα, τι; >> Τον ρώτησα.


<<Τώρα θα μείνουμε εδώ προς το παρόν. Έχω ήδη μισθώσει το διπλανό δωμάτιο για μένα. >> Είπε και πήγε να σταθεί μπροστά από το παράθυρο. <<Θα ήθελα πολύ να σε βγάλω έξω να σε πάρω από το χέρι και να περπατήσουμε. Να σε καμαρώνω δίπλα μου. Ξέρεις Μπέλλα πρώτη φορά νιώθω έτσι. >>


<<Και εγώ. Και σε ευχαριστώ για όλα όσα κάνεις. Ξέρεις εγώ ποτέ δεν θα τολμούσα να ζητήσω τόσα πολλά. >> Είπα  θέλοντας να του υπενθυμίσω το ρίσκο που είχε πάρει βοηθώντας με.


<<Μην ανησυχείς για μένα. Εγώ πάντα σε μπελάδες έμπλεκα και πάντα το διασκέδαζα πολύ. >> Είπε χαμογελώντας. <<Λοιπόν τώρα άκου το σχέδιο μου και πες μου αν συμφωνείς. >>Συνέχισε με συνωμοτικό ύφος.
<<Σε τρείς μέρες είναι Χριστούγεννα. Θα μείνουμε εδώ μέχρι τότε και την ημέρα των Χριστουγέννων θα φύγουμε για Γερμανία. Εκεί έχω έναν φίλο από το σχολείο που θα μας βοηθήσει στην αρχή και μετά βλέπουμε. >>


<<Μα πώς θα φύγουμε από εδώ; >> Ρώτησα.


<<Μην ξεχνάς πώς έχω βοηθήσει πολύ κόσμο σε αυτές τις φτωχογειτονιές. Θα πάμε με άμαξα φυσικά. Γνωρίζω έναν τύπο, τον είχα βοηθήσει στο παρελθόν όταν παραλίγο να του πάρουν την άμαξα επειδή δεν είχε πληρώσει τους φόρους.  Δεν θα πει τίποτα σε κανέναν. Απόψε κιόλας θα πάω να τον βρω. >>


<<Εντάξει ακούγονται όλα αυτά. >>


<<Τώρα λοιπόν που τα λύσαμε όλα μου επιτρέπεις να ασχοληθώ λίγο μαζί σου;>> Είπε και χάιδεψε τα μαλλιά μου. Με αγκάλιασε και με έσφιξε δυνατά πάνω στο κορμί του. Έσκυψε και ακούμπησε τα χείλη του στην κορυφή του κεφαλιού μου. Ένα ρίγος με διαπέρασε, ένιωσα τόση ασφάλεια. μέσα στην αγκαλιά του. <<Μπορεί να ακουστεί κάπως περίεργο γιατί είναι λίγος καιρός που γνωριζόμαστε αλλά έχω την ανάγκη να σου πω κάτι. >> Είπε στο αυτί μου, περίμενα να ακούσω όλο αγωνία <<Σ' αγαπώ>> είπε και με έσφιξε περισσότερο.


<<Και εγώ Σ΄αγαπώ >> Είπα χωρίς να το σκεφτώ. Δεν είναι νωρίς.
Την τρυφερή αυτή στιγμή διέκοψαν οι φωνές που ακούστηκα από κάτω στον δρόμο. Ο Έντουαρντ έτρεξε στο παράθυρο και κρυμμένος πίσω από την κουρτίνα κοίταζε κάτω στον δρόμο.


<<Τι συμβαίνει; >> Ρώτησα.


<<Μείνε εκεί Μπέλλα. Η φρουρά του Βασιλιά έχει ξεχυθεί στους δρόμους και σε ψάχνει. >>


<<Λες ο πανδοχέας να τους αποκαλύψει κάτι; >> Είπα φοβισμένη.


<<Ω. Αυτό αποκλείεται. Πρώτον δεν σε αναγνώρισε και δεύτερον τον έχω πληρώσει μέχρι τα Χριστούγεννα. Δεν πρόκειται να ρισκάρει να χάσει τα χρήματα του. >>


Πέρασε ολόκληρη η μέρα έτσι με την φρουρά να ψάχνει την γειτονιά. Ήμασταν και οι δύο μας φοβισμένοι δεν είπαμε και πολλά κατά την διάρκεια της ημέρας. Κοιταζόμασταν μόνο βαθιά μέσα στα μάτια. Το βράδυ έφυγαν πια, σίγουροι πως δεν βρισκόμουν εκεί .Όταν νύχτωσε καλά ο Έντουαρντ έφυγε για να βρει τον άνδρα που θα μας φυγάδευε. Δεν ήθελα να φύγει, να  πάει μόνος του αλλά επέμενε. Ξάπλωσα και τον περίμενα. Όταν γύρισε είχε σχεδόν ξημερώσει και εγώ είχα αποκοιμηθεί.  Ήρθε στο κρεβάτι με αγκάλιασε και με φίλησε στο μέτωπο απαλά.


<<Όλα καλά >> Μου είπε για να με καθησυχάσει και έφυγε για να πάει στο διπλανό δωμάτιο. Η επόμενη ημέρα  πέρασε γρήγορα καθώς δεν σταματήσαμε να κάνουμε όνειρα για το αβέβαιο αλλά τόσο ποθητό μέλλον που μας περίμενε. 
Όταν βράδιασε κατέβηκε να φέρει κάτι να φάμε. Δεν είχαμε χωρίσει καθόλου όλη την ημέρα. Επέστρεψε στο δωμάτιο γρήγορα και χωρίς φαγητό. Το ύφος του ήταν φοβισμένο. Έκλεισε γρήγορα την πόρτα και μου έκανε νόημα να σωπάσω. Πήγε προσεκτικά προς το παράθυρο χωρίς να πλησιάσει πολύ κοντά. Εγώ τον κοίταζα χωρίς να ξέρω τι συμβαίνει αλλά από το  ύφος του και μόνο είχα τρομάξει. Μετά από λίγο αναστέναξε από ανακούφιση. Κατάλαβα πως ο συναγερμός είχε λήξει.


<<Η φρουρά του πατέρα μου; >>ρώτησα.


<<Κάτι χειρότερο..>> Απάντησε << Ο Έμετ. >>


<<Τί μα πώς; >> Είπα χωρίς να μπορώ να ολοκληρώσω την φράση μου. 


<<Δεν ξέρω. Ήταν κάτω και ρωτούσε διάφορα δεν κατάφερα να ακούσω τίποτα. >>


<<Σε είδε; >> Ρώτησα


<<Όχι. Εάν με είχε δει θα ζητούσε εξηγήσεις για την παραμονή μου στην χώρα.>>


<<Αχ. Τυχεροί ήμασταν πάλι. >> Είπα ανακουφισμένη.


<<Έφυγαν, να πάω να φέρω φαγητό; >> Ρώτησε ενώ ήταν ακόμα αγχωμένος.


<<Όχι μου κόπηκε η όρεξη. Καλύτερα να κοιμηθούμε, μας περιμένει μια δύσκολη μέρα αύριο. >>


<<Έχεις δίκιο αγάπη μου, Καληνύχτα. >> Μου έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη και κατευθύνθηκε προς το διπλανό δωμάτιο αφού πρώτα έριξε μια προσεκτική ματιά στον διάδρομο.


Ξάπλωσα και έτρεμα ακόμα στην ιδέα πως είχε βρεθεί τόσο κοντά μας και ήμουν σίγουρη πως το ίδιο και αυτός. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα βαθιές ανάσες. Άρχισα να σκέφτομαι το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να με κάνει να χαλαρώσω.. Αυτόν. 


Συγκεντρώθηκα για να μπορέσω να ακούσω την ανάσα του από το διπλανό δωμάτιο. Έφερα στο μυαλό μου τα μάτια του. Τα υπέροχα γαλάζια μάτια του. Μου έλειπε ήδη. Πόσο θα ήθελα να κοιμόταν δίπλα μου για να είχα την ευκαιρία να τον κοιτάζω όλη την νύχτα. να αποτυπώσω κάθε του χαρακτηριστικό με ακρίβεια στο μυαλό μου. Οι αρχές μου όμως δεν μου το επέτρεπαν και ομολογώ ότι ένιωσα ανακούφιση όταν κατάλαβα πώς ούτε καν σκέφτηκε πώς θα μπορούσε να μείνει στο ίδιο δωμάτιο με εμένα. Με υπολόγιζε και με σεβόταν βαθιά. Αυτό λοιπόν μου ήταν αρκετό. Και έτσι με την σκέψη του αποκοιμήθηκα. Το πρωί που ξύπνησα περίμενα την στιγμή που θα ξαναέβλεπα το πρόσωπο του, άλλωστε αυτό μου είχε γίνει συνήθεια τις τελευταίες μέρες. Όταν χτύπησε η πόρτα ένιωσα να πετάω. Έτρεξα να ανοίξω.


<< Καλημέρα>> είπε, κρατώντας στα χέρια του δύο ποτήρια ζεστό γάλα.


<<Καλημέρα>> Χαμογέλασα. Μπήκε στο δωμάτιο μου έδωσε πρώτα ένα φιλί και ύστερα μου έδωσε το ζεστό γάλα. Αφού ήπια το μισό με μία γουλιά, τον ρώτησα


<<Ποιό είναι το σχέδιο για σήμερα; >>


<<Θα μαζέψουμε τα λίγα πράγματα που έχουμε για να είμαστε έτοιμοι. Μετά τα μεσάνυχτα θα φύγουμε να πάμε στο σημείο που έχω κανονίσει να μας πάρει η άμαξα. Είναι λίγο μακριά γι' αυτό θα φύγουμε νωρίς. Θα φύγουμε ξεχωριστά για να μην κινήσουμε υποψίες. Θα σου εξηγήσω αργότερα που ακριβώς θα βρεθούμε. Εγώ θα φύγω πρώτος έτσι ώστε αν δω κάτι περίεργο να μπορέσω να σε ειδοποιήσω με κάποιο τρόπο. >>
Τον άκουγα με προσοχή, ήταν πολύ καλό το σχέδιο του. Τίποτα δεν θα πήγαινε στραβά. 


<< Και μέχρι το βράδυ τι θα κάνουμε;>> Ρώτησα τάχα αδιάφορα. Μου αρκούσε μόνο να είμαστε μαζί.


<<Έχω μία ιδέα περίμενε με εδώ, επιστρέφω αμέσως. >> Είπε και βγήκε από το δωμάτιο.  Γύρισε κρατώντας ένα βιβλίο.


<<Τί είναι αυτό; Ποίηση; >> Τον ρώτησα.


<<Όχι είναι κάτι άλλο. Ένα μυθιστόρημα ενός νέου συγγραφέα. Γνωρίζεις τον Σαίξπηρ;>>


<<Όχι>> απάντησα.


<<Τι θα έλεγες να σου διαβάσω λίγο από το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα";>> Ρώτησε.


<<Περίεργα ονόματα. >> Σχολίασα.


Άρχισε να διαβάζει. Αφηγούνταν τόσο ωραία την ιστορία που με είχε μαγέψει. Τον άκουγα με τόσο ενδιαφέρον και ανατρίχιαζα στις ρομαντικές στιγμές του ζευγαριού, καθώς μου θύμιζε τον δικό μου απαγορευμένο έρωτα. Εγώ ήμουν πότε καθισμένη στην καρέκλα και πότε ξαπλωμένη στο κρεβάτι ακούγοντας τον με προσοχή ενώ αυτός περιφερόταν στο δωμάτιο κρατώντας το βιβλίο.


Δεν είχα καταλάβει πώς είχαν περάσει τόσες ώρες, μέχρι που είδα το σκοτάδι να περπατάει στο πορσελάνινο πρόσωπο του. Ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου στο κρεβάτι καθώς πλησίαζε το τέλος αυτής της ρομαντικής ιστορίας. Δάκρυσα στο άκουσμα του θανάτου του ζευγαριού, που τόσο πολύ μου θύμιζε εμένα και εκείνον. Έκλεισε το βιβλίο και γύρισε προς το μέρος μου. Όταν είδε τα δάκρυα μου πέρασε το χέρι του από τα χείλη μου. Με κοίταξε με το διαπεραστικό του βλέμμα .


<<Υπόσχομαι. Εμείς θα είμαστε πάντα μαζί. >>


Με αγκάλιασε και με φίλησε το φιλί του στην αρχή  ήταν πολύ γλυκό, τα χείλη του απαλά πάνω στα δικά μου. Η ανάσα του έγινε βαριά το ίδιο και η δική μου. Άρχισα να του χαϊδεύω  τα μαλλιά καθώς αυτός φιλούσε τον λαιμό μου. Το χέρι του ήταν μπλεγμένο μέσα στα μαλλιά μου και άρχισε σιγά-σιγά να κατεβαίνει χαϊδεύοντας την πλάτη μου, μέχρι που έφτασε στους μηρούς μου. 


Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ανάσες μας. Έφερε το χέρι του προς τα πάνω χωρίς να σταματήσει να με φιλάει. Άνοιξε τα δύο πρώτα κουμπιά του φορέματος μου και το έσπρωξε προς τα κάτω. Ακούμπησε τα χείλη του στο στέρνο μου και κατέβηκε αφήνοντας μικρά φιλιά στην διαδρομή στα στήθη μου. Ένιωσα αναστάτωση σε όλο μου το κορμί. Ξάπλωσα πίσω το κεφάλι μου. Ενώ φιλούσε τα στήθη μου το χέρι του ακουμπούσε και χάιδευε τα χείλη μου. Εγώ συνέχισα να χαϊδεύω τα μαλλιά του με το ένα μου χέρι ενώ με το άλλο κρατούσα το κορμί του κολλημένο στο δικό μου.


 Έσκυψα και φίλησα το αυτί του ενώ αυτός συνέχιζε στο ίδιο σημείο. Το χέρι του κατέβηκε αργά χαϊδεύοντας προς τα κάτω και σήκωσε το φόρεμα μου με ένα δυνατό κράτημα για να μπορεί να νιώσει το δέρμα μου. Και οι δύο τρέμαμε. Δεν ξέρω αν ήταν από το πάθος η από άγχος καθώς και οι δύο ξέραμε τι θα ακολουθήσει. 


Άρχισα να ξεκουμπώνω το σκούρο πουκάμισο του, χωρίς να σκέφτομαι τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Με μία κίνηση έπιασε με τα δύο του χέρια το κάτω μέρος του φορέματος και το τράβηξε. Ήμουν ολόγυμνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι ενώ αυτός φορούσε ακόμα το παντελόνι του. Φιλούσε κάθε πόντο του κορμιού μου. Ένιωθα πάνω στο κορμί μου την ανάσα του να βαραίνει από τον πόθο του. Είχαμε ξεχάσει και οι δύο τα πρέπει εκείνη την στιγμή τα μόνα που μας οδηγούσαν ήταν τα θέλω μας. 


Δεν άφησε ούτε πόντο στο κορμί μου ανεξερεύνητο. Οι αισθήσεις μου ξυπνούσαν μία-μία ένιωθα να χάνω κάθε έλεγχο, το μυαλό μου το ίδιο. Του έβγαλα αργά το παντελόνι. Δεν πήρε τα μάτια του από το πρόσωπο μου. Ήταν γυμνός. Άρχισα να χαϊδεύω τους μηρούς του ρίχνοντας κλεφτές ματιές σε όλο του το κορμί. Ήταν ένα αριστούργημα. Κάθε σημείο τέλεια σμιλεμένο, άγαλμα. 


Φιλούσα το στέρνο του ενώ χάιδευα την πλάτη και την κοιλιά του. Το χέρι μου κατέβηκε πιο χαμηλά. Δεν ήξερα εάν έπρεπε να τον αγγίξω εκεί η πώς να το κάνω σωστά αλλά το ήθελα πολύ ήθελα να το πάρω στα χέρια μου. Ήθελα να νιώσει και αυτός αυτό που ένιωσα εγώ όταν με άγγιξε. Η αίσθηση στο άγγιγμα ήταν μοναδική. Κούνησα το χέρι μου άγγιζα  χωρίς  να  τον πιέζω στο σημείο που ήταν τόσο σκληρός. Η ανάσα του γινόταν πιο γρήγορη και άρχισε να αναστενάζει όσο το χέρι μου παλλόταν πιο γρήγορα με φορά από πάνω προς τα κάτω. 


<<Σταμάτα >> Μου είπε ενώ η φωνή του ήταν βραχνή<<Δεν θέλω να τελειώσει έτσι αυτή η μαγική στιγμή. >> Κοίταξε μέσα στα μάτια μου και μου είπε.
<<Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σε θέλω Μπέλλα. Σε έχω ανάγκη ήξερα πως δεν είχα το δικαίωμα όμως σε ήθελα σαν τρελός από εκείνη την πρώτη στιγμή που σε είδα στο παλάτι να κατεβαίνεις τις σκάλες και να προσφέρεις το χέρι σου στον αδερφό μου. Δεν είχα το δικαίωμα ούτε όταν σε συνάντησα στην πλατεία και σου πρόσφερα βοήθεια. Άπλωσα όμως το χέρι μου όμως και σε άρπαξα. Και δεν θα σε αφήσω ξανά. Και τώρα λαχταρώ τώρα να πάρω και από σένα και άλλα. Ότι πολύτιμο έχεις να δώσεις το θέλω για τον εαυτό μου. Σε λατρεύω.>>


Κοιτώντας με ακόμα έσπρωξε το πόδι μου ώστε το κορμί του να χωρέσει ανάμεσα μας. Πλησίασε πιο κοντά μου τότε. με κοίταζε με αυτόν τον τρόπο από την ώρα που ξεκίνησε να μιλάει. Ήξερα πώς μου ζητούσε την άδεια να προχωρήσει. Έδειξα καθαρά πόσο τον ήθελα, ήμουν ήδη δική του. Παραδομένη σ' αυτόν. Με πολύ αργές κινήσεις άρχισε να μπαίνει μέσα μου. Έσφιξα τα χείλη μου και αμέσως ο πόνος άρχισε να με διαπερνά. 


<<Είσαι εντάξει; >>ρώτησε τότε.


<< Συνέχισε σε παρακαλώ>> είπα αναστενάζοντας. 


Όσο πιο βαθιά έμπαινε μέσα μου τόσο πιο πολύ πονούσα αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να σταματήσει. Όλοι οι ενδοιασμοί μου είχαν χαθεί τώρα. Συνέχισε να μπαίνει μέσα μου αργά ενώ εγώ έπνιγα τις κραυγές μου μέσα από τα δόντια μου. Τραβήχτηκε λίγο και ξαναμπήκε μέσα μου συνεχίζοντας στον ίδιο ρυθμό. Επαναλάμβανε την ίδια κίνηση όλο και πιο γρήγορα και καταλάβαινε πως ο πόνος υποχωρούσε. 


Με άγγιζε, μου μιλούσε και με κρατούσε σφιχτά. Με κοιτούσε συνέχεια στα μάτια και με φιλούσε.  Τα χέρια του χάιδευαν όλο μου το κορμί. Έπιασε τα γόνατα μου τα σήκωσε και τα έσφιξε στα πλευρά του. Ακούμπησε το μέτωπο του στο δικό μου και οι ανάσες του έπεφταν βαριές στο πρόσωπο μου. Όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο ευχάριστο. Οι ανάσες μας γίνονταν πιο γρήγορες ακολουθούσαν τον ρυθμό των κορμιών μας. Πέρασε τα χέρια μου γύρο από το λαιμό του και με κοίταξε πονηρά. Αναρωτήθηκα γιατί..


<<Κρατήσου.>> Είπε. Με μία απότομη κίνηση σηκώθηκε όρθιος με εμένα στην αγκαλιά του ,τυλιγμένη γύρω του. Περπάτησε προς τον τοίχο μέχρι που η πλάτη μου ακούμπησε και μπήκε δυνατά μέσα μου αυτήν την φορά. 
<< Σ΄ αγαπώ>> ψιθύρισε.


Συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα με εμένα στηριζόμενη στον τοίχο.
Μέτα από λίγα λεπτά ξέσφιξε τα πόδια μου από την μέση του και ακούμπησε το ένα στο πάτωμα, πάτησα κάτω και με το άλλο. Με γύρισε με το πρόσωπο και το στήθος μου ακουμπισμένο στον τοίχο. Στάθηκε πίσω μου και με το ένα του χέρι τράβηξε τα μαλλιά μου στον αριστερό μου ώμο. Το άλλο του χέρι αγκάλιασε σφιχτά γύρω από την μέση μου. Τα  χέρια του κινήθηκαν χαϊδεύοντας την κοιλιά μου και άλλοτε το στήθος μου. Με το ένα του χέρι έπιασε το δικό μου και έμπλεξε τα δάχτυλα μας μαζί. Ακούμπησε τα χείλη του στο λαιμό μου και η ανάσα του με χάιδευε καυτή. Περνούσε την γλώσσα του, μου άφηνε καυτά φιλιά και μικρά δαγκώματα. Είχε παραλύσει όλο μου το σώμα.


 Τον άκουγα που αναστέναζε και με τρέλαινε. Ένιωθα να χάνω το μυαλό μου. Με τράβηξε  αργά από το χέρι και όπως ήταν μπλεγμένο μέσα στο δικό του. Ξαναγύρισε στο κρεβάτι. Εκείνος έκατσε στην άκρη του κρεβατιού και με τράβηξε να καθίσω πάνω του. Αυτή την φορά εγώ είχα τον έλεγχο των κινήσεων. Έκατσα αργά και τον ένιωσα να μπαίνει μέσα μου ξανά. Άρχισα να κουνιέμαι πάνω κάτω. Με έπιασε από τους μηρούς και με τα χέρια του έκανε το κορμί μου να κινείτε κυκλικά πάνω στο δικό του. Έγειρα το κεφάλι μου προς τα πίσω. Φιλούσε τα στήθη μου και τον λαιμό μου, ενώ εγώ έμπηγα τα νύχια μου στην πλάτη του. Με σήκωσε στην αγκαλιά του και με ακούμπησε ξανά στο κρεβάτι ανεβαίνοντας πάνω μου. 


 Μου έκανε έρωτα. Έμπαινε αργά και δυνατά μέσα μου. Κάθε φορά που βρισκόταν μέσα περνούσε την μύτη του από το μάγουλό μου η άφηνε ένα απαλό φιλί κάπου στο πρόσωπό μου. Εγώ αναστέναζα και τον κρατούσα πολύ σφιχτά. Δεν έπαιρνε τα μάτια του από τα δικά μου, ένιωθα πραγματικά ότι ήμασταν ένα. Κάποια στιγμή άρχισε να κινείτε μέσα έξω πιο γρήγορα μέχρι που έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και τον ένιωσα να φουσκώνει μέσα μου. Ξάπλωσα πάνω στο στήθος του, του χάιδεψα τα μαλλιά. Σήκωσε το βλέμμα του με κοίταξε και μου είπε.

<<Αυτή είναι η μαγεία του έρωτα. Χρόνια πολλά αγάπη μου. Είναι μεσάνυχτα πια. Τα πρώτα μας Χριστούγεννα μαζί.>>


<<Χρόνια πολλά>> είπα ξέπνοη. Ευχήθηκα όλα τα Χριστούγεννα να μας έβρισκαν μαζί, ευτυχισμένους, για πάντα. Μακάρι να μέναμε για πάντα έτσι.
Μου υπενθύμισε πως έπρεπε να φύγουμε. Σηκωθήκαμε απρόθυμα και ντυθήκαμε γρήγορα. 


<<Λοιπόν αγάπη μου φεύγω. >> Μου είπε ενώ με κρατούσε σφιχτά.


<<Θέλεις να σου εξηγήσω τον δρόμο ξανά;>>


<< Όχι, θυμάμαι να προσέχεις. >>απάντησα.


<< Και εσύ να προσέχεις. Δεν θέλω να χωριστούμε αλλά πρέπει. Θα τα πούμε σε λίγη ώρα. Σ' αγαπώ. >> Είπε και με φίλησε.


Έφυγε ρίχνοντας προσεκτικές ματιές παντού γύρω του. Στάθηκα στο παράθυρο για να τον δω. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά, ξεκίνησα και εγώ. Βγήκα από το δωμάτιο κρατώντας στα χέρια μου ένα μικρό βαλιτσάκι. Κατέβηκα τις σκάλες στις μύτες των ποδιών μου. Κανένας δεν ήταν κάτω ευτυχώς. 


Βγήκα από το πανδοχείο και κατευθύνθηκα προς τα εκεί που ο Έντουαρντ μου είχε υποδείξει. Περπάτησα αργά με σκυμμένο το κεφάλι για να μην κινήσω υποψίες. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι αλλά φοβόμουν μήπως η φρουρά του πατέρα μου παραμόνευε. 


Μέτα από αρκετή ώρα περπάτημα έφτασα επιτέλους στο σημείο που συνάντησα τον αγαπημένο μου.  Διέκρινα από μακριά την  φιγούρα του. Συνέχισα να περπατάω προς  το μέρος του. Ένιωσα αμέσως ανακούφιση όταν έπιασα το χέρι του. 


<< Συνεχίζουμε; >> με ρώτησε. Έγνεψα θετικά. Είχαμε κάνει μόλις λίγα βήματα όταν άκουσα μια φωνή πίσω να μας λέει.


<<Για πού το έβαλε το ζευγάρι μέσα στην νύχτα;>> Του έσφιξα το χέρι δυνατά. Γυρίσαμε και οι δύο αργά. Μου κόπηκε η ανάσα όταν είδα τον άνδρα πίσω μας. 


<<Έμετ;>> Είπε ο Έντουαρντ με σταθερή φωνή.


<< Τι κάνεις αδερφέ μου; >> Ρώτησε ειρωνικά. 


<<Πώς μας βρήκες; Κάνε πίσω Έμετ. Δεν έχει να κάνει με σένα πλέον αυτό. Είναι δική μου. Δεν θα την αγγίξεις ποτέ.>>


<<Η αλήθεια είναι ότι δεν έψαχνα για σένα. Αλλά με οδήγησες εκεί που ήθελα. Τι νόμισες ότι δεν σε είδα να κρύβεσαι στην σκάλα του πανδοχείου. Ομολογώ πως μου έκανε εντύπωση που σε είδα εκεί ενώ θα έπρεπε να είσαι στην Γερμανία.>> Είπε ο Έμετ ενώ έκανε μια στροφή  γύρω μας. <<Σε καμία όμως περίπτωση δεν περίμενα να βρω μαζί σου την παραλίγο σύζυγό μου. Νόμιζα ότι απλά είχες μπλέξει με τις ηλίθιες φιλανθρωπίες πάλι.>> Συνέχισε.


<<Εμέτ εγώ και η Μπέλλα αγαπιόμαστε. Καταλαβαίνω ότι πληγώθηκες από την φυγή της , αλλά έτσι  έχουν τα πράγματα , κοίτα να το συνηθίσεις.>> Απάντησε ο Έντουαρντ και έκανε αργά ένα βήμα μπροστά μου.


 <<Μπέλλα;  Ώστε άλλαξες και το όνομά σου αγαπημένη μου πριγκίπισσα;>> Είπε γελώντας δυνατά.


 <<Πρόσεξε πως της μιλάς >>είπε ο Έντουαρντ εκνευρισμένος υψώνοντας τον τόνο. 


Εγώ δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Συνέχισα απλά να σφίγγω το χέρι του Έντουαρντ. Το πρόσωπο του Εμμέτ άλλαξε. Μας κοίταζε με ένα βλέμμα όλο μίσος.


<<Με κοροϊδεύατε πίσω από την πλάτη μου.  Ώστε γι αυτό με παράτησες την μέρα του γάμου μας. >>  Άρχισε να φωνάζει . <<Για τον ίδιο μου τον αδερφό; Κι εσύ Έντουαρντ, εσύ δεν υπολόγισες κανέναν; Πήρες κάτι δικό μου. Θα μου το πληρώσετε και οι δυο αυτό.>> Συνέχιζε σφίγγοντας τις μπουνιές του.


 <<Όχι>>  Φώναξα.  <<Ο Έντουαρτ δεν φταίει σε τίποτα, δικό μου ήταν το λάθος , έπεσα τυχαία επάνω του χωρίς να ξέρω ποιος ήταν. >> Οι σκέψεις περνούσαν με απίστευτη ταχύτητα απ το μυαλό μου, τα μάτια μου είχαν πλημμυρίσει με τα δάκρυά μου και ο φόβος είχε μουδιάσει όλο μου το κορμί.


 <<Κάνε πίσω, Μπέλλα αυτό είναι μεταξύ εμένα και του αδερφού μου >> είπε ο Έντουαρντ χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τον Εμέτ.


 <<'Έχει δίκιο, Μπέλλα.>> Είπε ειρωνευόμενος το όνομά μου. <<Όταν ξεμπερδέψω με τον αδερφό μου θα έρθει και η σειρά σου, προς το παρόν μείνε πίσω.>>  Και πριν καλά-καλά τελειώσει την πρόταση , είχε επιτεθεί στον Έντουαρντ. Κυλιόντουσαν στον δρόμο γρονθοκοπώντας ο ένας τον άλλον. Τα πρόσωπά τους είχαν ματώσει. Εγώ στεκόμουν στην άκρη έχοντας την παλάμη μου στο στόμα μου για να μην ουρλιάξω. Τα δάκρυα μου είχαν ποτίσει τα μαλλιά μου που έπεφταν στο στήθος μου. Συνέχισαν να χτυπούν ο ένας τον άλλον με μανία.  Ακούγονταν μόνο οι θυμωμένες ανάσες τους. Λυγμοί ξέφυγαν από το στήθος μου, ο Έντουαρντ που ήταν πάνω στον Εμέτ , γύρισε, κοίταξε ανήσυχος.


 Εκείνη ακριβώς την στιγμή με μια του κίνηση έσπρωξε τον Έντουαρντ, προς τα πίσω. Ο Εμέτ σηκώθηκε και πρόβαλε ένα μαχαίρι από την γωνιά του παντελονιού του. Στην θέα του μαχαιριού ο Έντουαρντ κοκάλωσε , το βλέμμα του έπεσε  διαπεραστικά στο δικό μου.  Σκεφτόμουν τι θα μπορούσα να πω στον Εμμέτ για να σταματήσει , αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα μου. 


<<Μην το κάνεις  Έμετ, θα το μετανιώσεις. Δεν υπάρχει κανένας λόγος τώρα πια. Εκείνη έφυγε την μέρα του γάμου για τους δικούς της λόγους. Όσο για μένα, αυτό που είδες και μόνος σου τα εξηγεί όλα. Είμαι μαζί της γιατί δεν μπορώ τώρα πια να μείνω μακριά της. Ακόμα και αν το κάνεις τίποτα δεν θα αλλάξει, είναι δική μου. >> Είπε ο Έντουαρντ προσπαθώντας να γλιτώσει τον εαυτό του αλλά και εμένα. Ο Έμετ γέλασε δυνατά και με μία γρήγορη κίνηση κάρφωσε το μαχαίρι στην κοιλιά του Έντουαρντ. Το αίμα άρχισε να κυλά σαν ποτάμι.


<<Όχι>> Φώναξα με όλη μου την δύναμη και έτρεξα κοντά του. Έσκυψα και πήρα το κεφάλι του αγκαλιά. Δεν υπήρχε τρόπος να σταματήσω τα δάκρυα μου καθώς έβλεπα την μοναδική αγάπη της ζωής μου πλημμυρισμένη μέσα στο αίμα. 


<<Έπαθε ότι του άξιζε, εσύ όμως πριγκίπισσα μου δεν θα έχεις την ίδια τύχη, δεν θα είστε μαζί με κανέναν τρόπο. Θα σε αφήσω να ζήσεις με τις τύψεις πως πέθανε εξ’ αιτίας σου. >> Είπε ο Έμετ ψυχρά, χωρίς να τον νοιάζει για την ζωή που πήρε. <<Εις το επανιδείν. >> Συνέχισε και έφυγε. Τα χέρια μου ήταν βαμμένα κόκκινα από το αίμα του.


<<Αγάπη μου άνοιξε τα μάτια σου και κοίταξε με. Μην μ' αφήνεις τώρα Έντουαρντ. Όχι. Σε παρακαλώ, συγνώμη, σε παρακαλώ>> Ικέτευα κλαίγοντας.
Άνοιξε τα μάτια του σιγά-σιγά και με κοίταξε. Πονούσε το έβλεπα πήγα να πω κάτι, σήκωσε το χέρι του και το ακούμπησε στα χείλη μου.


<<Μπέλλα εγώ συγνώμη. Σ' αγαπώ. Αυτό να το θυμάσαι. Εσύ είσαι τα πάντα για μένα, άξιζε. Αυτό που μου έδωσες απόψε, αυτό που ζήσαμε. Σ' αγαπώ και για όσο μ' αγαπάς και με σκέφτεσαι εγώ θα υπάρχω.>> Ψιθύρισε ενώ η φωνή του αργόσβηνε.


<<Και εγώ Σ' αγαπώ.  Έντουαρντ σε παρακαλώ , αγάπη μου. Έντουαρντ, ζωή μου. Σε λατρεύω, σε παρακαλώ . Εντουαρντ σε ικετεύω>> Είπα θέλοντας να του προσφέρω τις ομορφότερες λέξεις που μπορεί να ακούσει κάποιος. Έσκυψα και τον φίλησα απαλά. Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα, μου χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια του.


Τον κράτησα αγκαλιά μέχρι που τα μάτια μου δεν είχαν άλλα δάκρυα. Όσο ήμουν εκεί με το άψυχο κορμί του στην αγκαλιά του σκεφτόμουν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Μήπως το τέλος το δικό μας θα έπρεπε να είναι το ίδιο με εκείνο του ζευγαριού. Οι τελευταίες λέξεις του όμως γύριζαν μέσα στο μυαλό μου. Αν εγώ δεν τον αγαπούσα και δεν τον σκεφτόμουν δεν θα υπήρχε. Θα ζούσα για να ζει στις αναμνήσεις μου. Είχε αφήσει ένα πολύ όμορφο κομμάτι του μαζί του, αυτό κράτησα λοιπόν.


Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από εκείνη την μέρα. Δεν γύρισα ποτέ στα ανάκτορα είκοσι χρόνια περιπλανιέμαι μόνη, στους δρόμους του Λονδίνου. Αύριο είναι Χριστούγεννα και το μυαλό μου είναι ακόμα κολλημένο σε εκείνα τα Χριστούγεννα που για εμένα δεν τελείωσαν ποτέ. Είκοσι χρόνια τον σκέφτομαι και τον αγαπώ κάθε μέρα.


Όσο υπάρχω....θα υπάρχει...


ΝΑΝΤΙΑ-ΠΗΝΕΛΟΠΗ

No comments: