Tuesday, July 19, 2011

Κεφάλαιο 28



Κεφάλαιο 28ο


‘Κόντρα στον άνεμο’


‘Δεκαπέντε χρόνια αργότερα’


‘Έντουαρντ’


Ήμουν έξαλλος… Τα νέα είχαν έρθει και με είχαν βρει απροετοίμαστο. Έσφιξα τις γροθιές μου για να κατευνάσω τον εκνευρισμό μου. Περπατούσα στον δρόμο αναλογιζόμενος τις επιλογές μου αλλά δεν μπορούσα να καταλήξω σε κανένα λογικό συμπέρασμα. Ήξερα πως τη στιγμή που θα πατούσα το πόδι μου στο σπίτι ότι ο θυμός μου θα έφτανε στο αποκορύφωμα του και υπήρχε πιθανότητα να ξεφύγω από τα όρια.

Κοντοστάθηκα για μία στιγμή και έβγαλα το μαντήλι μου για να σκουπίσω το ιδρώτα από το πρόσωπο μου. Θα έπρεπε ίσως να συναντήσω τον Κάρλαιλ και να συζητήσω μαζί του αυτό το θέμα. Εκείνος ήταν πάντα η φωνή της λογικής σε όλες τις δυσκολίες που προέκυπταν και πάντα τον συμβουλευόμουν αλλά αυτή τη φορά δεν είχα την υπομονή να περιμένω, δεν μπορούσα να αγνοήσω τις πληροφορίες που έτρεχαν μέσα στον εγκέφαλο μου και τον έκαιγαν αυξάνοντας την οργή μου όλο και περισσότερο.

Η Μέλοντι με καλωσόρισε όπως πάντα μόλις με είδε στην είσοδο, πήρε το παλτό μου και το κρέμασε προσεχτικά. Η όψη μου μαρτυρούσε οπωσδήποτε τη διάθεση μου γιατί η υπηρέτρια με παρατήρησε και στα μάτια της σχηματίστηκε μία έκφραση απορίας.

‘Το δείπνο είναι έτοιμο κύριε.’ Ήταν τα μοναδικά της λόγια. ‘Σας περιμένουν.’ Αναρωτήθηκα αν θα ήταν προτιμότερο να στείλω στα τσακίδια το φαγητό και να καλέσω τους ‘ενόχους’ ευθύς αμέσως να απολογηθούν για τα αμαρτήματα τους.

Στο διάβολο… Πως στο καλό είχαν εξελιχθεί έτσι τα πράγματα; Πως στο καλό δεν το είχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό; Άραγε η Μπέλλα το γνώριζε; Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να πιστέψω ότι αυτό συνέβαινε κάτω από τη μύτη μου και μάλιστα με τις ευλογίες της γυναίκας μου. Αλλά όσο θυμωμένος κι αν ήμουν σε καμία περίπτωση δεν μπορούσα να κατηγορήσω τη Μπέλλα, ειδικότερα στην κατάσταση την οποία βρισκόταν. Ήμουν αναγκασμένος να συμμαζέψω τα νεύρα μου και να προσέξω ιδιαίτερα τη συμπεριφορά μου.

‘Ευχαριστώ Μέλοντι.’ Είπα ξερά. ‘Ο Νίκολας;’ Έδειξα υποτιθέμενο ενδιαφέρον.

‘Έχει πάει στην πόλη για τις προμήθειες κύριε. Είναι Τετάρτη σήμερα.’ Μου υπενθύμισε. Στην κατάσταση την οποία βρισκόμουν εγώ είχα ξεχάσει εντελώς ποια ημέρα της εβδομάδας διανύαμε. Ο Νίκολας ήταν ο σύζυγος της Μέλοντι. Τον είχε γνωρίσει όταν εκείνος εργαζόταν σε μία αποθήκη που μας προμήθευε με τα απαραίτητα και ερχόταν κάθε τόσο για να τα παραδώσει. Ένα ειδύλλιο άνευ προηγουμένου δημιουργήθηκε ανάμεσα τους και το τέλος η Μέλοντι ικέτευσε τη Μπέλλα να τη βοηθήσει για να τον παντρευτεί. Φυσικά η ‘φιλεύσπλαχνη’ γυναίκα μου λύγισε εύκολα στα παρακάλια της και στη συνέχεια μου ανακοίνωσε πως είχε προσλάβει έναν νεαρό επιστάτη για τα θέματα των προμηθειών.

Η Μέλοντι ήταν έγκυος ήδη και δεν υπήρχαν περιθώρια διαπραγμάτευσης. Και εγώ φυσικά δεν μπορούσα να αρνηθώ ποτέ στη Μπέλλα το παραμικρό.

‘Η κυρία σου;’ Ρώτησα με αληθινό ενδιαφέρον.

‘Είναι πολύ καλά κύριε. Δεν θα ανεβείτε να τη δείτε;’

‘Όχι προς το παρόν. Πήγαινε επάνω σε παρακαλώ και πες της ότι ήρθα. Θα τη δω αργότερα.’ Δήλωσα κοφτά.

‘Μάλιστα κύριε.’ Η υπηρέτρια χάθηκε από μπροστά μου τρέχοντας να εκπληρώσει τις προσταγές μου. Πρέπει να παραδεχτώ ότι ήταν υπόδειγμα αφοσίωσης στην οικογένεια μας και μετά από τόσα χρόνια που την είχαμε την εκτιμούσα βαθιά.

Μπήκα στην τραπεζαρία και τους παρατήρησα όλους, έναν, έναν ξεχωριστά να με κοιτάζουν με έκπληξη και χαμόγελο.

‘Καλώς ήρθες πατέρα.’ Μίλησε ο γιος μου ο Έντουαρντ. Ήταν κιόλας δεκατεσσάρων χρόνων και όταν κοίταζα τα καφετιά του μάτια ήταν σαν να βλέπω τη Μπέλλα, της έμοιαζε υπερβολικά με τη διαφορά ότι τα μαλλιά του ήταν καστανοχάλκινα, σαν τα δικά μου. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά χωρίς να απαντήσω. Προσπάθησα να συγκρατηθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Κοίταξα την κόρη μου που περίμενε υπομονετικά να καθίσω για να ξεκινήσουμε το φαγητό. Η ματιά μου πλανήθηκε επάνω της και ο θυμός φούντωσε και πάλι μέσα μου. Ο Κρίστιαν καθόταν ακριβώς δίπλα της και δεν μπορούσα να ερμηνεύσω την έκφραση του προσώπου του. Ήταν όπως πάντα σοβαρός και συγκρατημένος.

‘Δεν θα καθίσεις Έντουαρντ;’ Ρώτησε η Μίνα βγάζοντας με απότομα από τις σκέψεις μου. Προχώρησα ευθεία μπροστά και κάθισα στη θέση μου. Η θέση της Μπέλλα ήταν άδεια δίπλα μου και αυτό με έκανε εκείνη τη στιγμή να πονέσω. Αλλά δεν έπρεπε να ξεχνάω στιγμή τους λόγους για τους οποίους ήμουν τόσο θυμωμένος, αμφέβαλλα αν η Μπέλλα θα είχε την ικανότητα να με ηρεμήσει αυτή τη φορά.

Άπλωσα την πετσέτα πάνω στα πόδια μου και περίμενα δήθεν υπομονετικά να σερβιριστεί το φαγητό. Ξεκίνησα λέγοντας την Προσευχή, ευχαριστώντας τον Θεό για όλα τα καλά που μας είχε χαρίσει αλλά με δυσκολία θυμόμουν τα λόγια. Αυτή ήταν οπωσδήποτε μία σύντομη Προσευχή.

‘Συμβαίνει κάτι Έντουαρντ;’ Ρώτησε η Μίνα που είχε προσέξει την περίεργη διάθεση μου.

‘Απολύτως τίποτα.’ Δήλωσα ξερά και αρκέστηκα να στριφογυρίσω το πιρούνι μου γύρω από τα μακαρόνια. Η γυναίκα μου έπαιζε με τα νεύρα μου, προφανώς είχε παραγγείλει να μου φτιάξουν το αγαπημένο μου φαγητό. Ζεστό, κοκκινιστό κρέας με μακαρόνια… Αναστέναξα ευχαριστημένος. Τις περισσότερες φορές το μαγείρευε εκείνη βέβαια και αμέσως κατάλαβα τη διαφορά με το που έβαλα την πρώτη πιρουνιά στο στόμα μου. Τίποτα δεν πήγαινε καλά εκείνη την ημέρα και ήμουν σίγουρος ότι θα ακολουθούσαν κι άλλα πολύ χειρότερα. Η Μίνα βοήθησε την μικρή της κόρη με το φαγητό, ενώ ο μεγαλύτερος γιος της μιλούσε αδιάκοπα με τον πατέρα του. Δεν ήμουν σίγουρος ποιο ακριβώς ήταν το θέμα της συζήτησης γιατί ο θυμός έβραζε μέσα στο κεφάλι μου.

Κάποια στιγμή άκουσα τον Κρίστιαν να γελά ανάλαφρα και τον κοίταξα περιφρονητικά. Το γέλιο του νεαρού κόπηκε απότομα.

‘Οι βαθμοί σου δεν είναι καλοί τελευταία.’ Τον κοίταξα απροκάλυπτα.

‘Γιατί το λες αυτό;’ Μου αντιγύρισε ο Κρίστιαν.

‘Θέλησες να ακολουθήσεις το επάγγελμα μου και σε είχα προειδοποιήσει. Οτιδήποτε κάτω από το άριστα είναι απλώς μετριότητα.’ Ο Κρίστιαν κράτησε την αναπνοή του ενώ ήμουν βέβαιος ότι ταυτόχρονα συγκράτησε και τα λόγια τα οποία ήθελε να ξεστομίσει.

‘Κανείς δεν παίρνει άριστα.’ Δήλωσε κοφτά. Η Ελίζαμπεθ κοιτούσε μία εμένα μία τον Κρίστιαν με απορία.

‘Δεν είναι δικαιολογία αυτό.’ Έσπρωξα το πιάτο μου στην άκρη γιατί το φαγητό ήταν άνοστο. Η Κάθριν το πρόσεξε και ήρθε αμέσως από πάνω μου.

‘Δεν σας αρέσει το φαγητό κύριε;’ Ρώτησε.

‘Όχι!’ Δήλωσα με έμφαση και δεν με ενδιέφερε αν γινόμουν προσβλητικός. Η υπηρέτρια με κοίταξε με έκπληξη.

‘Θέλετε να σας φτιάξουμε κάτι άλλο;’

‘Θέλω να μάθετε να μαγειρεύετε.’ Μίλησα δίχως να σκέφτομαι.

‘Πατέρα…’ Πήγε να μιλήσει η Ελίζαμπεθ αλλά την έκοψα.

‘Σιωπή, δεν θέλω να ακούσω τίποτα περισσότερο επί του θέματος. Φέρε μου το γλυκό.’ Πρόσταξα την Κάθριν και εκείνη υπάκουσε αμέσως. Η κόρη μου χαμήλωσε το βλέμμα της κοιτάζοντας εξεταστικά το τραπεζομάντηλο μπροστά της.

‘Νομίζω ότι σήμερα δεν έχεις καλή διάθεση πατέρα.’ Πετάχτηκε ο Έντουαρντ.

‘Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου νεαρέ Μέισεν.’ Του αντιγύρισα. Σίγουρα με τη συμπεριφορά μου είχα κάνει απόλυτα σαφές σε όλους ότι είχα πολύ κακή διάθεση και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Η Κάθριν επέστρεψε στην τραπεζαρία και εναπόθεσε μπροστά μου μία λαχταριστή πάστα αμυγδάλου. Η γυναίκα μου προσπαθούσε με κάθε τρόπο να με ευχαριστήσει όπως πάντα ακόμα και όταν δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο. Έφαγα το γλυκό μου ευχαριστημένος, θα θυμόμουν αργότερα να την ευχαριστήσω γι’ αυτό. Απόλυτη σιωπή είχε σκεπάσει το τραπέζι και όλοι έτρωγαν ή μάλλον προσπαθούσαν να το κάνουν.

Σηκώθηκα πρώτος χωρίς να κοιτάξω πίσω μου και χωρίς να ζητήσω συγνώμη για τη συμπεριφορά μου ή για την πρόωρη αποχώρηση μου. Κοντοστάθηκα ακριβώς τη στιγμή που έφτασα στην πόρτα.

‘Κρίστιαν και Ελίζαμπεθ, θέλω να έρθετε στο γραφείο μου μόλις τελειώσετε το φαγητό σας.’ Άνοιξα την πόρτα και βγήκα, δεν έμεινα περισσότερο για να ακούσω τι είδους αντιδράσεις είχαν προκαλέσει τα λόγια μου.

Πήγα στο γραφείο μου και έπεσα βαρύς στην πολυθρόνα μου. Άνοιξα ένα σπάνιο μπράντι που φύλαγα εκεί για τις ‘δύσκολες’ ώρες. Γέμισα ένα ποτήρι και ήπια μία γερή γουλιά. Το αλκοόλ είχε πάντα τη δύναμη να χαλαρώνει τις αισθήσεις αλλά αυτή τη φορά δεν είχε αποτέλεσμα. Άναψα ένα τσιγάρο και ξέσφιξα νευρικά τον γιακά του πουκαμίσου μου.

Μερικά λεπτά αργότερα άκουσα τον ελαφρύ χτύπο στην πόρτα και για τελευταία φορά, κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια να διατηρήσω τον αυτοέλεγχο μου.

‘Περάστε.’ Μίλησα δυνατά ξεφυσώντας τον καπνό του τσιγάρου μου. Πρώτη μπήκε μέσα η Ελίζαμπεθ με χαμηλωμένο το κεφάλι και ακολούθησε ο Κρίστιαν κλείνοντας μαλακά την πόρτα πίσω του. Η Ελίζαμπεθ κάθισε στην πολυθρόνα, ακριβώς απέναντι μου και ο Κρίστιαν στάθηκε από πάνω της κοιτάζοντας με ερευνητικά.

‘Πατέρα θέλαμε κι εμείς να σου μιλήσουμε.’ Ξεκίνησε ο Κρίστιαν αλλά δεν τον άφησα να συνεχίσει.

‘Και τι είναι αυτό το οποίο θέλετε να μου πείτε;’ Ρώτησα περιπαιχτικά. Κοίταξα πρώτα την κόρη μου η οποία δεν τολμούσε να με κοιτάξει στα μάτια και ύστερα τον Κρίστιαν. Εκείνος κόμπιασε, δείλιασε και έψαχνε τις λέξεις για να μιλήσει. ‘Δεν θα χρειαστεί έτσι κι αλλιώς.’ Τράβηξα άλλη μία ρουφηξιά από το τσιγάρο μου. ‘Κάποιοι σας πρόλαβαν.’ Έριξα άδεια για να πιάσω γεμάτα. Το κεφάλι της Ελίζαμπεθ σηκώθηκε μονομιάς και με κοίταξε έντρομη. Ύστερα γύρισε πίσω της στον Κρίστιαν σαν να έψαχνε για βοήθεια.

‘Τι σου είπανε;’ Η φωνή του Κρίστιαν ίσα που ακούστηκε.

‘Πως μεταξύ σας υπάρχει κάτι περισσότερο από ‘αδελφική’ αγάπη.’ Και μόνο στη σκέψη ανατρίχιαζα.

‘Είναι αλήθεια.’ Επιβεβαίωσε ο Κρίστιαν.

‘Κρίστιαν…’ Ο παρακλητικός τόνος της Ελίζαμπεθ ακούστηκε.

‘Σιωπή εσύ.’ Την πρόσταξα. ‘Δεν σου έδωσα την άδεια να μιλήσεις.’ Κούνησα το δάχτυλο μου προειδοποιητικά μπροστά στο πρόσωπο της κι εκείνη σώπασε. Άρχισε να κλαίει βουβά φτάνοντας τον εκνευρισμό μου στο αποκορύφωμα του. ‘Τι στο διάβολο νομίζετε πως κάνετε μέσα στο ίδιο μας το σπίτι;’ Ρώτησα έξαλλος από θυμό. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου και βημάτισα νευρικά, δεν με χωρούσε ο τόπος… ‘Όλο το Σικάγο μιλάει αυτή τη στιγμή για τη ‘μασκαράτα’ που διαδραματίζεται μέσα στο σπίτι των Μέισεν. Πως τόλμησες;’ Ρώτησα ευθέως τον Κρίστιαν.

‘Άκουσε με πρώτα.’ Μου αντιγύρισε εκείνος.

‘Δεν έχω να ακούσω τίποτα. Είστε αδέλφια που να πάρει ο διάβολος…’ Βλαστήμησα ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής μου. Ήλπιζα ότι δεν θα είχαν στήσει αυτί οι υπηρέτες ώστε να τρέξουν στη συνέχεια να ενημερώσουν τη γυναίκα μου και να την ταράξουν.

‘Δεν είμαστε αδέλφια.’ Το χέρι του Κρίστιαν ακούμπησε την πολυθρόνα που καθόταν η Ελίζαμπεθ. ‘Δεν υπάρχει κανένας δεσμός αίματος ανάμεσα μας άρα δεν απαγορεύεται να…’ Κόμπιασε, ‘να αγαπιόμαστε. Να παντρευτούμε.’ Συμπλήρωσε.

‘Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ!’ Προσπαθούσα πραγματικά να συγκρατήσω τον εαυτό μου με κάθε τρόπο. ‘Η Ελίζαμπεθ είναι ακόμα πολύ μικρή για να σκέφτεται τέτοια πράγματα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παντρευτεί τον αδελφό της. Τελεία και παύλα.’ Δήλωσα χωρίς περιθώρια διαπραγμάτευσης.

‘Μπορώ να μαζέψω τα πράγματα μου αυτή τη στιγμή και να φύγω αν αυτό θέλεις.’ Ο Κρίστιαν είχε ανεβάσει κι εκείνος τον τόνο της φωνής του. ‘Αλλά θα γυρίσω.’ Με προειδοποίησε. ‘Δεν θα αφήσω την Ελίζαμπεθ.’

‘Έχεις καταλάβει ότι τόση ώρα μιλάς για την αδελφή σου; Μα πως είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο;’ Έφερα το χέρι μου μπροστά στο πρόσωπο μου, κούνησα το κεφάλι μου αρνούμενος να δεχτώ κάτι τόσο παρανοϊκό. ‘Μεγαλώσατε μαζί.’

‘Ακριβώς.’ Ο Κρίστιαν με κοιτούσε ενώ τα γαλάζια του μάτια έβγαζαν φωτιές. Δεν θα περνούσε το δικό του όμως.

‘Αυτό θα σταματήσει, τώρα. Δεν θέλω να ξανακούσω τίποτα τέτοιο. Εσύ,’ Είπα δείχνοντας την κόρη μου, ‘είσαι υπό περιορισμό. Θα ελέγχω κάθε σου κίνηση, που πηγαίνεις, τι κάνεις. Θα σταματήσετε να περνάτε χρόνο μαζί και…’

‘Μα που ζούμε;’ Πετάχτηκε ο Κρίστιαν, ‘ο κόσμος προχωράει και εσύ έχεις μείνει ακόμα πίσω στον μεσαίωνα!’ Με κατηγόρησε.

‘Νεαρέ, σου απαγορεύω να μου μιλάς με αυτό τον τρόπο. Μάλλον ξέχασες την ανατροφή που σου δώσαμε.’

‘Δεν ξέχασα τίποτα. Γνωρίζω πάρα πολύ καλά όλα όσα κάνατε για εμένα εσύ και η μητέρα όλα αυτά τα χρόνια. Σας χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη αλλά τίποτα και κανένας δεν θα με κάνει να απαρνηθώ την Ελίζαμπεθ.’ Τα μουγκό κλάμα της κόρης μου είχε αρχίσει να με εκνευρίζει.

‘Πόσο μακριά έχει φτάσει αυτό;’ Φοβόμουν πως είχε συμβεί κάτι ανεπανόρθωτο και μόνο η σκέψη με τρέλαινε.

‘Νομίζω πως ανέφερες ότι μου έχετε δώσει πολύ καλή ανατροφή προηγουμένως.’ Ο τόνος του Κρίστιαν ήταν ειρωνικός. Με την απάντηση του όμως ανακουφίστηκα κάπως. Ευτυχώς τα πράγματα δεν είχαν προχωρήσει.

‘Θα σου ζητούσα στ’ αλήθεια να φύγεις και να πας στον θείο Κάρλαιλ αν δεν φοβόμουν ότι αυτή η εξέλιξη θα ταράξει τη μητέρα σου.’ Του πέταξα.

‘Μπορώ να το κάνω αμέσως αν θέλεις.’

‘Κρίστιαν σε παρακαλώ.’ Ικέτεψε η Ελίζαμπεθ και το χέρι της άγγιξε το δικό του. Εκείνος της χαμογέλασε συγκρατημένα.

‘Μην ανησυχείς, θα γυρίσω.’ Της υποσχέθηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου κι έκανε μεταβολή.

‘Μην κάνεις ούτε βήμα παραπάνω.’ Τον πρόσταξα. ‘Δεν μπορείς να φύγεις, η μητέρα σου θα αναστατωθεί.’ Ο Κρίστιαν έδειξε να το σκέφτεται και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

‘Να το ξέρεις όμως πως ο μόνος λόγος που δεν φεύγω είναι η μητέρα.’ Μου επισήμανε. ‘Δεν νομίζω πως έχουμε κάτι περισσότερο να πούμε. Αυτά που είπα ισχύουν.’ Βγήκε έξω αποφασιστικά παρόλο που δεν του είχα δώσει την άδεια να φύγει. Έμεινα μόνος με την κόρη μου και τα πράσινα μάτια της, ολόιδια με τα δικά μου με κοίταζαν παρακλητικά.

‘Πατέρα σε παρακαλώ μην τιμωρήσεις τον Κρίστιαν.’ Ικέτεψε.

‘Θέλω απλά αυτό να σταματήσει Ελίζαμπεθ.’ Απαίτησα.

‘Ποιος σου το είπε;’

‘Έχει καμία σημασία;’

‘Έχει για εμένα.’ Έσφιξε τα χείλη της για να συγκρατήσει το κλάμα της.

‘Αυτή τη στιγμή δεν είναι αυτό το θέμα μας. Θέλω αυτό να σταματήσει.’ Επανέλαβα.

‘Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ κάτι τέτοιο πατέρα.’ Με κοίταξε με θάρρος για πρώτη φορά μετά από τόση ώρα.

‘Δεν είναι παράκληση Ελίζαμπεθ.’ Κράτησα την αναπνοή μου γιατί ο θυμός μου με ξεπερνούσε.

‘Λυπάμαι.’ Ήταν η τελευταία της λέξη.

‘Δεν καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν είναι φυσιολογικό;’ Ανέβασα αρκετά τον τόνο της φωνής μου.

‘Είναι φυσιολογικό, είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο να ερωτεύεσαι.’ Η φωνή της ίσα που ακούστηκε.

‘Και τι ξέρεις εσύ για τον έρωτα;’

‘Ίσως να μην ξέρω όπως λες, αλλά η μητέρα μου έχει μιλήσει για το πώς ένιωσε όταν γνώρισε εσένα και μέσα μου νιώθω ακριβώς το ίδιο για τον Κρίστιαν. Το αισθανόμουν πάντα καθώς μεγαλώναμε, είναι ανώφελο να προσπαθήσεις να το σταματήσεις γιατί δεν θα καταφέρεις τίποτα.’ Τα λόγια της με έκαναν να θυμώσω περισσότερο.

‘Στο απαγορεύω.’

‘Μπορείς να με κλείσεις μέσα στο σπίτι, να διώξεις τον Κρίστιαν αν θέλεις αλλά δεν θα καταφέρεις τίποτα.’ Με προκάλεσε.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα πως βρισκόμουν σε αδιέξοδο, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Ποτέ δεν ήμουν βάρβαρος με τα παιδιά μου. Προσπαθούσα μάλιστα να έχω ανοιχτό μυαλό και συζητούσα μαζί τους σε κάθε ευκαιρία τα σχέδια τους για το μέλλον. Αλλά αυτό ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο, δεν μπορούσα να το επιτρέψω με κανέναν τρόπο.

‘Είσαι πολύ μικρή ακόμα Ελίζαμπεθ, μόνο δεκαπέντε χρονών. Θα περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι αυτό που νιώθεις αυτή τη στιγμή για τον Κρίστιαν ενισχύεται απλά από τη σχέση που αναπτύξατε κατά τη διάρκεια της παιδικής σας ηλικία.’ Προσπάθησα να της εξηγήσω μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής μου. Τα λόγια μου όμως δεν βρήκαν αντίκρισμα μιας και εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.

‘Κάνεις λάθος πατέρα.’ Μίλησε αποφασιστικά. Τα πράσινα μάτια της κοίταξαν έντονα μέσα στα δικά μου. ‘Δεν είναι μία επιπολαιότητα και το ξέρω πως είμαι μικρή. Αλλά πόσο μεγαλύτερη ήταν η μητέρα όταν γνώρισε εσένα;’ Αυτού του είδους η παρομοίωση είχε αρχίσει να με εκνευρίζει.

‘Σταμάτα να συγκρίνεις την γνωριμία της μητέρας σου με εμένα με τη δική σου περίπτωση.’ Ξεφύσηξα. ‘Δεν έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο.’ Έτριψα το μέτωπο μου μηχανικά.

‘Κι όμως,’ Επέμενε. ‘η δική σας βέβαια ήταν μία προγραμματισμένη γνωριμία που δεν είχε και πολλές ελπίδες αλλά τα καταφέρατε. Πόσο μάλλον εγώ και ο Κρίστιαν που γνωριζόμαστε όλη μας τη ζωή.’

‘Αρκετά!’ Την έκοψα απότομα μη θέλοντας να ακούσω περισσότερα. ‘Η συζήτηση αυτή τελειώνει εδώ και αυτές είναι οι τελευταίες κουβέντες που θα ειπωθούν σε σχέση με αυτό το θέμα. Δεν θέλω να το ξανακούσω, δεν θέλω να πέσει το παραμικρό στην αντίληψη μου.’ Δήλωσα κοφτά.

‘Τότε θέλεις να είμαι δυστυχισμένη.’ Μου αντιγύρισε.

‘Θέλω να είσαι ευτυχισμένη και ώριμη, σε θέση να μπορείς να πάρεις τις σωστές αποφάσεις. Είσαι παιδί ακόμα…’ Γύρισα από την άλλη για να μη δει τα μάτια μου που είχαν βραχεί με δική τους βούληση. Δεν μπορούσα να σταματήσω τις αναμνήσεις που έτρεξαν ανεξέλεγκτα μέσα στο μυαλό μου. Η Ελίζαμπεθ ήταν η πρωτότοκη μου. Είχαμε υπομείνει τόσες δυσκολίες για να την αποκτήσουμε και ποτέ δεν θα ξεχνούσα την ημέρα της γέννησης της, όταν για πρώτη φορά αντίκρισα αυτά τα καταπράσινα, πανομοιότυπα μάτια με τα δικά μου.

‘Δεν είμαι παιδί.’ Η φωνή της ακούστηκε γεμάτη νεύρο και πείσμα.

‘Πήγαινε στο δωμάτιο σου.’ Ψέλλισα απελπισμένος. ‘Δεν θέλω να το κουβεντιάσουμε περισσότερο.’ Σηκώθηκε από τη θέση της δισταχτικά και τη στιγμή που έφτασε στην πόρτα κοντοστάθηκε.

‘Πατέρα…’

‘Πήγαινε στο δωμάτιο σου Ελίζαμπεθ.’ Επέμενα. Άνοιξε την πόρτα και την έκλεισε αθόρυβα πίσω της. Κάθισα στη θέση μου και αναστέναξα. Έτριψα το μέτωπο μου και προσπάθησα να αναλογιστώ την κατάσταση. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα απ’ όσο φανταζόμουν. Μέσα στο σπίτι μου είχε ξεκινήσει ένας πόλεμος και έπρεπε να είμαι έτοιμος γι’ αυτόν. Δεν σκόπευα να εγκαταλείψω τη μάχη.

Έμεινα μερικά λεπτά ακόμα μέσα στο γραφείο μου, μόνος μου και προσπάθησα να ηρεμήσω τον εαυτό μου για να δω τη Μπέλλα. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να ταράξω τη γυναίκα μου. Ήλπιζα ότι δεν θα της είχε προφτάσει κάποιος τα νέα, δεν μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτό το θέμα μαζί της. Αν και η ιδέα του ότι εκείνη γνώριζε τα πάντα εδώ και αρκετό καιρό και δεν μου είχε μιλήσει με έκανε να θυμώνω. Αλλά αμέσως υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι δεν μπορούσα να θυμώσω με τίποτα και για κανέναν λόγο στη Μπέλλα.

Πήρα μία βαθιά ανάσα και σηκώθηκα από τη θέση μου αποφασιστικά. Όταν βγήκα έξω δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος, σαν να ήταν αδειανό το σπίτι μας. Είχε επέλθει η νηνεμία μετά την καταιγίδα… Ανέβηκα τα σκαλοπάτια και πριν λυγίσω το πόμολο έμεινα για μία στιγμή εκεί έξω σκεφτικός. Τα μάτια μου έκλεισαν και έφερα μέσα στο μυαλό μου την όμορφη εικόνα της το πρωί όταν την είχα αποχαιρετήσει. Αυτό ήταν αρκετό, μου έδωσε τη δύναμη που χρειαζόμουν και άνοιξα την πόρτα.

Τα μάτια μου έπεσαν αμέσως επάνω της καθώς ήταν ανασηκωμένη στο κρεβάτι και κρατούσε στην αγκαλιά της το πανέμορφο, μικροσκοπικό πλάσμα που είχε γεμίσει τη ζωή μας με ένα σωρό ζωντανά και χαρούμενα χρώματα. Το μωρό κρεμόταν από το στήθος της και έπινε λαίμαργα με μικρές, νωχελικές κινήσεις το γάλα του. Ήταν ότι πιο όμορφο είχαν δει ποτέ τα  μάτια μου κι ας μην ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπα. Με ενθουσίαζε να παρατηρώ τη Μπέλλα να θηλάζει τα μωρά μας, με καταλάμβανε μία βαθιά συγκίνηση καθώς αισθανόμουν την εξάρτηση που είχε το μωρό από τη μητέρα του. Μία εξάρτηση που αναμφισβήτητα την είχα κι εγώ…

‘Έντουαρντ…’ Πρόφεραν σιγανά τα χείλη της Μπέλλα τη στιγμή που με είδε να μπαίνω μέσα. Τα μάτια της έλαμψαν και στα χείλη της σχηματίστηκε μία αχνή γραμμή του πιο γλυκού χαμόγελου. Της ανταπέδωσα το χαμόγελο και τα μάτια μου εστίασαν και πάλι στο μικρό θαύμα που ήταν ακουμπισμένο επάνω της.

Ο Βενιαμίν της οικογένειας μου είχε σχεδόν μισοκοιμηθεί ευχαριστημένος και σιγά, σιγά οι κινήσεις του στόματος του άρχισαν να γίνονται πιο αργές. Ξανακοίταξα τη Μπέλλα και θαύμασα την ομορφιά που εξέπεμπε. Ήταν ακόμα πολύ νέα αλλά στο ζενίθ της ωριμότητας. Έσφυζε από ζωή, λαμποκοπούσε ολόκληρη και μέρα με τη μέρα είχε αρχίσει να ανακτά τις δυνάμεις της. Η τελευταία εγκυμοσύνη ήταν ιδιαίτερα επίπονη και είχα πολλές αντιρρήσεις σε σχέση με αυτή στην αρχή.

Μετά τη γέννηση του Έντουαρντ προσπάθησα να πείσω τη Μπέλλα να ξεκινήσουμε να παίρνουμε κάποιου είδους προφυλάξεις ή τουλάχιστον να μην κυνηγάμε την τύχη μας. Είχαμε ήδη δύο παιδιά και τον Κρίστιαν. Η οικογένεια μας είχε ολοκληρωθεί και δεν υπήρχε λόγος να αποκτήσουμε άλλα. Η Μπέλλα όμως ήταν αντίθετη και δεν διαπραγματευόταν καν το θέμα της ‘προφύλαξης’.

Το επιχείρημα της ήταν ότι είχε υποφέρει πολύ την εποχή που δεν μπορούσε να μείνει έγκυος και είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι θα καλωσόριζε ευχαρίστως όσα παιδιά επιθυμούσε να της στείλει ο Κύριος. Σεβόμουν την επιθυμία της και καταλάβαινα τον τρόπο που σκεφτόταν. Αλλά κάθε φορά που έμενε έγκυος έβαζε τον εαυτό της σε κίνδυνο και αυτό με τσάκιζε.

Ευτυχώς η γέννηση του Έντουαρντ ήταν πολύ εύκολη υπόθεση. Το μωρό ήρθε πολύ γρήγορα και δεν υπήρξαν προβλήματα. Αυτό με έκανε να χαλαρώσω κάπως και μετά από δύο χρόνια περίπου η Μπέλλα έμεινε ξανά έγκυος. Δυστυχώς όμως η τύχη δεν ήταν με το μέρος μας εκείνη τη φορά. Από τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Η Μπέλλα παραπονιόταν για κράμπες χαμηλά στην κοιλιά που με ανησυχούσαν. Με τον Κάρλαιλ κάναμε όλους τους απαραίτητους ελέγχους αλλά δεν μπορούσαμε να ξέρουμε. Ώσπου ένα βράδυ χάθηκαν όλα και με πολύ άσχημο τρόπο.

Η Μπέλλα είχε ακατάσχετη αιμορραγία και ήξερα πολύ καλά ότι το παιδί ήταν χαμένη υπόθεση, δεν μπορούσε να σωθεί. Το μόνο που με ένοιαξε στη συνέχεια ήταν η δική της ζωή και έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να την κρατήσω κοντά μου. Αναγκάστηκα να την κοιμίσω γιατί δεν συνεργαζόταν, δεν μπορούσε με τίποτα να δεχτεί ότι το παιδί θα χανόταν.

Αυτή η στιγμή ήταν μία από τις πιο άσχημες της κοινής μας ζωής. Ευτυχώς καταφέραμε να τη σώσουμε και έμεινε πολλές ημέρες στο κρεβάτι επειδή ο οργανισμός της είχε εξασθενίσει υπερβολικά. Πέρα από αυτό όμως ήταν γεμάτη θλίψη. Έκλαιγε μερόνυχτα ολόκληρα για το παιδί που είχε χαθεί και χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να ξαναδώ το χαμόγελο στα χείλη της. Τα μεγαλύτερα παιδιά μας τη χρειάζονταν και τη χρειαζόμουν κι εγώ απεγνωσμένα. Χρειαζόμουν το ανέμελο, χαρούμενο πλάσμα που ήταν πάντα. Την είχα ανάγκη.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός και έχει την ικανότητα να θεραπεύει ακόμα και τις πιο άσχημες πληγές. Έτσι, σιγά, σιγά η Μπέλλα μου επέστρεψε και πάλι κοντά μας, συνέχιζε να φροντίζει τα παιδιά της με ζήλο και μου έδειχνε την αγάπη της με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία. Την ικέτεψα στη συνέχεια να αφήσουμε στην άκρη τις προσπάθειες για άλλο παιδί. Δεν υπήρχε λόγος και δεν θα διακινδύνευα ξανά τη ζωή της. Ευτυχώς αυτή τη φορά είχα ένα σύμμαχο, τον φόβο της. Η Μπέλλα δεν θα άντεχε να ξαναπεράσει κάποια παρόμοια απώλεια και έτσι συμφώνησε μαζί μου.

Ώσπου τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά μας μεγάλωσαν και όλα αυτά έμεινα πίσω μας. Μέχρι την ημέρα, πριν μερικούς μήνες που μου ανακοίνωσε πως περίμενε παιδί. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου, τρόμαξα στην ιδέα και μόνο… Η Μπέλλα δεν ήταν πια είκοσι δύο χρονών αλλά τριανταέξι! Έτρεμα σαν το ψάρι και μόνο στην ιδέα. Είχα πραγματικά τρελάνει τον Κάρλαιλ με τις αλλαγές στη διάθεση μου κάθε τόσο, δεν με ανεχόταν κανείς, ακόμα και ο Έμετ με απέφευγε!

Παραδόξως όλα πήγαν πολύ καλά και τώρα ο Τσάρλι Άντονι Μέισεν κοιμόταν γαλήνια επάνω στο στήθος της μητέρας του απόλυτα ικανοποιημένος. Το πρόσωπο του ήταν πανομοιότυπο με το δικό μου, είχε πάρει τα μάτια μου, τα μαλλιά μου, τη μύτη μου, είχε ακόμα και το μικρό λακκάκι στο σαγόνι που είχα κι εγώ. Η Μπέλλα ήταν ενθουσιασμένη με αυτή την ομοιότητα καθώς τα δύο πρώτα παιδιά μας είχαν στοιχεία και από τους δυό μας.

‘Αποκοιμήθηκε.’ Ψέλλισε η Μπέλλα και τον κοίταξε όλο καμάρι.

‘Να τον βάλω στην κούνια του;’ Ρώτησα και ένευσε καταφατικά. Με πολύ απαλές, προσεχτικές κινήσεις πήρα το μωρό στα χέρια μου και άφησα ένα ανάλαφρο φιλί στον λαιμό του. Εκείνο πετάρισε ελαφρά τα βλέφαρα του χωρίς να χάσει τον ύπνο του. Τα χείλη του μισάνοιξαν και ένας αναστεναγμός ευχαρίστησης ακούστηκε. Φαντάζομαι πως κι εγώ στη θέση του θα ήμουν το ίδιο ευχαριστημένος. Γέλασα σιγανά με τη σκέψη μου και πολύ μαλακά τον εναπόθεσα στο κρεβατάκι του. Ύστερα πλησίασα στο κρεβάτι, γονάτισα και τα χείλη μου ήρθαν σε επαφή με εκείνα της γυναίκας μου. Με τα δάχτυλα της τράβηξε το νυχτικό της λίγο πιο ψηλά και έδεσε το κορδελάκι εξαφανίζοντας από τη θέα των ματιών μου το πλούσιο, φουσκωμένο στήθος της. Την επιθυμούσα όπως πάντα, τη λαχταρούσα αλλά ήμουν υποχρεωμένος να κάνω υπομονή για καιρό ακόμα.

‘Γιατί δεν ήρθες να με δεις μόλις επέστρεψες σπίτι;’ Την περίμενα αυτή την ερώτηση.

‘Δεν ήξερα αν κοιμόσουν, δεν ήθελα να σε ενοχλήσω.’ Το ψέμα μου με έκαψε.

‘Αλήθεια;’ Η Μπέλλα ανασήκωσε το φρύδι της. Ήξερα πως το διάβαζε στα μάτια μου ότι δεν της έλεγα την αλήθεια αλλά δεν είχα καμία καλή δικαιολογία. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και άρχισα να βγάζω τα ρούχα μου.

‘Είμαι πολύ κουρασμένος.’ Ήμουν με την πλάτη γυρισμένος σε εκείνη προσπαθώντας απελπισμένα να αποφύγω τη ματιά της επειδή ήξερα ότι είχε την ικανότητα με ένα κοίταγμα να μπει μέσα στο μυαλό μου.

‘Έντουαρντ…’ Άκουσα τη φωνή της δισταχτική πίσω μου, ‘ξέρω με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβη εκεί κάτω απόψε. Δεν ωφελεί να μου το κρύβεις.’ Τα λόγια της με έκαναν να σταματήσω τις κινήσεις μου μιας και δεν μπορούσα να βρω τις λέξεις για να απαντήσω. Ήμουν πολύ θυμωμένος και κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα δίσταζα να μιλήσω ξεκάθαρα στη Μπέλλα για τα αισθήματα που μου προκαλούσε όλη αυτή η ιστορία. Αλλά δεδομένων των συνθηκών ήμουν υποχρεωμένος να ελέγξω τις αντιδράσεις μου.

‘Μπέλλα,’ Αναστέναξα, ‘δεν θέλω να κάνουμε αυτή την κουβέντα.’ Δεν είχα γυρίσει προς το μέρος της ακόμα.

‘Δεν έχει σημασία αν θέλεις ή όχι Έντουαρντ. Πρέπει να την κάνουμε!’ Δήλωσε αποφασιστικά. Γύρισα το κορμί μου πολύ αργά και τόλμησα να αφήσω το βλέμμα μου να συναντήσει το δικό της. Ένιωσα ευθύς αμέσως όλα μου τα μέλη να βαραίνουν και να γεμίζουν ζεστασιά. Η ικετευτική ματιά της με γονάτιζε.

‘Μπέλλα…’

‘Ξέρω πως θα με κατηγορήσεις ότι το γνώριζα και δεν σου είπα τίποτα.’ Με έκοψε και μόλις είχαν επιβεβαιωθεί οι υποψίες μου ότι εκείνη το ήξερε ενώ εγώ ζούσα στο σκοτάδι. Ήθελα να θυμώσω αλλά δεν μπορούσα. Ο τρόπος που με κοιτούσε το έκανε αδύνατο.

‘Αλλά ήξερα ποια ακριβώς θα ήταν η αντίδραση σου. Και ήλπιζα ότι θα περνούσε κι άλλος καιρός.’

‘Ο καιρός δεν θα με κάνει να αλλάξω γνώμη Μπέλλα.’ Έπρεπε να είμαι ειλικρινής μαζί της. ‘Είναι… είναι…’ Έψαχνα να βρω την κατάλληλη λέξη, ‘εξωφρενικό!’ Ξεστόμισα στο τέλος και άφησα τα χέρια μου να πέσουν βαριά στα πλαϊνά του κορμιού μου.

‘Είναι αγάπη.’ Είπε εκείνη με τη ζεστή της φωνή να χρωματίζει τις λέξεις. Σίγουρα είχε την ικανότητα να με υπνωτίζει πάντα με τον τρόπο της και η λέξη ‘αγάπη’ όταν έβγαινε από τα χείλη της με έκανε πάντα να νιώθω ένα μυρμήγκιασμα στη ραχοκοκαλιά μου. Αλλά αυτή τη φορά δεν θα τα κατάφερνε τόσο εύκολα.

‘Δεν είναι αγάπη. Πρόκειται για ένα παιδικό καπρίτσιο και απορώ πως το επέτρεψες να εξελίσσεται μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.’ Την κατηγόρησα μη μπορώντας να συγκρατηθώ περισσότερο.

‘Έντουαρντ…’ Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. ‘Πως μπορείς να σταματήσεις την καταιγίδα ή να σβήσεις τη φωτιά. Ποιος θα ήταν εκείνος που θα μπορούσε να κρατήσει εσένα μακριά μου; Ακόμα κι αν μου είχε φορέσει αλυσίδες ο πατέρας μου θα έβρισκα έναν τρόπο να σε συναντήσω.’

‘Με ενοχλεί πραγματικά ότι κάνεις το ίδιο με την κόρη μας. Συγκρίνεις εμάς με…’ Κούνησα το κεφάλι μου απηυδισμένος.

‘Ω, πίστεψε με, δεν έχει πολλές διαφορές.’

‘Έχει.’ Επέμενα. ‘Εγώ κι εσύ, εμείς γνωριστήκαμε κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Προοριζόμασταν ο ένας για τον άλλο.’

‘Δεν είναι έτσι τα πράγματα Έντουαρντ. Εγώ δεν είχα άλλη επιλογή, αποδέχτηκα την απόφαση του πατέρα μου άσχετα αν στην πορεία έτυχε να ταιριάξουμε οι δυό μας. Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε άλλος στη θέση σου.’

‘Κάνεις λάθος.’ Προσπάθησα να βρω ένα καλό επιχείρημα για να αντικρούσω το σκεπτικό της αλλά δεν τα κατάφερα.

‘Αντίθετα,’ Συνέχισε σαν να μην είχε ακούσει καν τα τελευταία μου λόγια, ‘η Ελίζαμπεθ και ο Κρίστιαν μεγάλωσαν μαζί από παιδιά. Αυτό που δημιουργήθηκε ανάμεσα τους… Θεέ μου είναι τόσο δυνατό… Αναρωτιέμαι πως δεν το πρόσεξες ποτέ Έντουαρντ. Φωνάζει από παντού!’ Ήμουν τόσο τυφλός λοιπόν;

‘Ακόμα χειρότερα που δεν μου το είπες, έπρεπε να με έχεις προειδοποιήσει.’ Κάθισα δίπλα της στο κρεβάτι.

‘Δεν έχει σημασία γιατί ούτε εγώ αλλά ούτε κι εσύ δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Άκουσε με,’ Γύρισε τον κορμό του σώματος της αντικριστά στο δικό μου και πήρε το χέρι μου χαϊδεύοντας απαλά τα δάχτυλα μου. Μία γλυκιά ζεστασιά εξαπολύθηκε μέσα μου. ‘Αν σταθείς εμπόδιο και προσπαθήσεις να το ελέγξεις το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να τους χάσουμε και τους δύο. Θυμάσαι την Άλις και τον Τζάσπερ;’ Τα χείλη της έτρεμαν ελαφρά στη θύμηση αυτή.

‘Φτιάχνεις σενάρια εκεί που δεν υπάρχουν.’

‘Θα φύγουν Έντουαρντ, κάποια μέρα όλοι θα φύγουν. Ακόμα και ο Τσάρλι.’ Κοίταξε το μωρό και τα μάτια της ξεχείλισαν από αγάπη. ‘Και θα κάνουν αυτό που θέλουν, όχι αυτό που θα τους πούμε εμείς. Εσύ το ξέρεις αυτό καλύτερα από όλους μας.’

‘Είναι αρρωστημένο.’ Ο εγκέφαλος μου δεν μπορούσε να το χωνέψει.

‘Είναι όμορφο, αγνό και αθώο.’ Έστρεψε και πάλι την προσοχή της σε εμένα.

‘Μεγάλωσαν μαζί, πως είναι δυνατόν;’ Αναρωτήθηκα.

‘Δεν είναι πραγματικά αδέλφια και το ήξεραν πάντα. Ο δεσμός που αναπτύχθηκε ανάμεσα τους είναι διαφορετικός και όχι αδελφικός. Ο Κρίστιαν μου εξομολογήθηκε ότι προσπάθησε να το πολεμήσει, έκανε ότι μπορούσε αλλά στο τέλος νικήθηκε. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με την αγάπη.’

‘Είσαι πολύ ρομαντικός άνθρωπος αγάπη μου αλλά…’

‘Εσύ είσαι πιο ρομαντικός από εμένα μερικές φορές.’ Με πρόφτασε.

‘Και τι προτείνεις δηλαδή; Να τους δώσουμε την ευχή μας και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι να εξελίσσεται κάτι τέτοιο;’

‘Δεν λέω αυτό, απλά να τους δώσουμε λίγο χρόνο. Ο Κρίστιαν δεν έχει τελειώσει με τις σπουδές του και η Ελίζαμπεθ έχει κι εκείνη όνειρα. Θέλει να γίνει δασκάλα, το ξέρεις αυτό.’

‘Μα και βέβαια. Δεν θέλω η κόρη μου να είναι αμόρφωτη.’

‘Το ένα όμως δεν αναιρεί το άλλο. Άφησε τους ελεύθερους Έντουαρντ. Δεν μπορείς να φυλακίσεις τα συναισθήματα τους.’

‘Πως μπορώ να ξέρω ότι θα είναι συγκρατημένοι μεταξύ τους;’

‘Δεν μπορείς να το ξέρεις. Μου φαίνεται ξέχασες τα δικά μας. Τα κρυφά ραντεβού στις άμαξες, στον κήπο…’

‘Ακριβώς επειδή δεν τα ξέχασα αυτό με κάνει να ανησυχώ περισσότερο.’

‘Η αγάπη είναι σαν τον άνεμο καλέ μου, σε παρασέρνει και σε κάνει να μη σκέφτεσαι λογικά. Αλλά πρέπει να τους έχουμε εμπιστοσύνη και να τους αφήσουμε να ανοίξουν τα φτερά τους. Δεν λέω να τους δώσουμε τις ευλογίες μας, ούτε να τους επιτρέψουμε απροκάλυπτα να διαλαλούν τον έρωτα τους. Μπορούμε όμως να τους δώσουμε χρόνο και να περιμένουμε, να δούμε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα.’ Τα λόγια της με ηρέμησαν όπως πάντα. Ο τρόπος σκέψης της διέφερε βέβαια πολύ σε σχέση με τον δικό μου. Αλλά τι επιλογές είχα; Η Μπέλλα είχε δίκιο, αν εναντιωνόμουν ίσως να μπόλιαζα με αυτό τον τρόπο τη φλόγα και να τους οδηγούσα σε ανάρμοστες πράξεις.

‘Η Ελίζαμπεθ θα σπουδάσει. Δεν θα δεχτώ να εγκαταλείψει τις σπουδές της.’ Ξεκαθάρισα.

‘Είμαι μαζί σου σε αυτό.’ Το κεφάλι της ακούμπησε ελαφρά στο πλάι του ώμου της. ‘Μαζί θα το αντιμετωπίσουμε και αυτό αγάπη μου.’ Υποσχέθηκε και αφέθηκε να με αγκαλιάσει. Ανταπέδωσα αυτό της το αγκάλιασμα, όταν το σώμα της ερχόταν σε επαφή με το δικό μου όλα τα άλλα έσβηναν. ‘Πες μου ότι δεν τους επέπληξες, ότι δεν είπες βαριά λόγια για τα οποία δεν έχεις ήδη μετανιώσει.’ Με ήξερε τόσο καλά.

‘Έχω ήδη μετανιώσει. Ο Κρίστιαν σκέφτηκε να φύγει από το σπίτι αλλά του το απαγόρεψα.’

‘Σε εκλιπαρώ, σε ικετεύω Έντουαρντ. Δεν θέλω να φύγει το παιδί μου.’ Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε και όλο της το πρόσωπο είχε γεμίσει τρόμο.

‘Δεν θα φύγει Μπέλλα, δεν θα το κάνει και δεν θα το κάνει επειδή σε αγαπάει πολύ. Είσαι η μητέρα του.’ Την καθησύχασα.

‘Κι εσύ ο πατέρας του.’ Μου υπενθύμισε. ‘Μας σέβεται και μας εκτιμά σαν να είμαστε οι πραγματικοί του γονείς. Ποτέ δεν μας έδωσε λόγο για το αντίθετο.’ Όφειλα να παραδεχτώ ότι ο Κρίστιαν ήταν ένα πολύ ώριμο και ήσυχο παιδί πάντα πιο μπροστά από την ηλικία του. Με είχε εκπλήξει ευχάριστα όταν είχε μοιραστεί μαζί μου την απόφαση του να ακολουθήσει το επάγγελμα μου. Αντίθετα ο Έντουαρντ ήταν πολύ ατίθασος και ζωηρός σαν παιδί. Είχε καλλιτεχνικές ανησυχίες, του άρεσε να διαβάζει ποίηση και να ζωγραφίζει. Δεν έμοιαζε καθόλου σε εμένα στον χαρακτήρα, μπορώ να πω ότι έμοιαζε περισσότερο στη Μπέλλα. Και ανησυχούσα πραγματικά για το μέλλον του, ανησυχούσα για το μέλλον όλων των παιδιών μου.

Σαν να διάβασε τις σκέψεις μου ο μικρός Τσάρλι ξύπνησε και το δυνατό του κλάμα μας έβγαλε από τις σκέψεις μας και διέκοψε τη συζήτηση μας. Η Μπέλλα σηκώθηκε αμέσως, τον πήρε στην αγκαλιά της και τον έφερε ανάμεσα μας στο κρεβάτι. Τον κούνησε και άρχισε να του σιγοτραγουδά ένα νανούρισμα. Το μωρό ηρέμησε και άρχισε να παραδίδεται και πάλι στον ύπνο.

‘Τι θα θέλει να γίνει άραγε όταν μεγαλώσει;’ Ρώτησα και τον κοίταξα.

‘Δεν έχει σημασία.’ Απάντησε η Μπέλλα. ‘Ότι κι αν επιλέξει εμείς θα τον αγαπάμε, ακόμα κι αν μας απογοητεύσει με τις επιλογές του.’ Έσκυψε και άφησε ένα φιλί στο μάγουλο του μωρού.

Ήταν πάρα πολλά όλα αυτά μέσα σε μία νύχτα. Ξαφνικά ένιωσα τα μέλη μου βαριά. Ήμουν κουρασμένος από την ένταση της ημέρας, από τα νέα που είχα μάθει, απ’ όσα είχαν συμβεί νωρίτερα και τέλος η συζήτηση με τη Μπέλλα με είχε ευτυχώς ηρεμήσει.

‘Δεν θέλεις να μάθεις πως το έμαθα;’ Τη ρώτησα.

‘Ήταν θέμα χρόνου να το μάθεις. Απλά θα προτιμούσα να είμαι στα πόδια μου για να μπορώ να σε αντιμετωπίσω καλύτερα.’ Μου χαμογέλασε.

‘Κι έτσι τα καταφέρνεις μία χαρά.’ Άφησα το κεφάλι μου να ακουμπήσει το μαξιλάρι και χαμήλωσα το σώμα μου. ‘Ο Τζάσπερ μου το είπε. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο άσχημα ένιωσα…’

‘Λυπάμαι που έγιναν έτσι τα πράγματα. Σκόπευα να σου μιλήσω αλλά δεν το αποφάσιζα.’

‘Δεν υπάρχει λόγος να απολογείσαι.’

‘Υποσχέσου μου ότι θα τους δώσεις το χρόνο που χρειάζονται και ότι θα το ξανασκεφτείς. Υποσχέσου μου σε παρακαλώ.’

‘Στο υπόσχομαι.’ Τα χείλη μου μίλησαν πριν προλάβω καν να το σκεφτώ.

‘Σε ευχαριστώ.’ Το κεφάλι της ήρθε και φώλιασε στον ώμο μου με το μωρό μας ανάμεσα μας.

‘Θέλω απλά το καλύτερο για την οικογένεια μου.’ Δεν ήθελα να βγάζει λάθος συμπεράσματα.

‘Μην ανησυχείς αγάπη μου, θα δεις όλα θα πάνε καλά. Άλλωστε ο Κρίστιαν έχει μεγάλη περιουσία. Εσύ και ο θείος Κάρλαιλ φροντίσατε γι’ αυτό. Είμαι σίγουρη ότι η Ελίζαμπεθ θα είναι ευτυχισμένη.’
 Ο Κάρλαιλ είχε κάνει διαθήκη αφήνοντας ένα μέρος της περιουσίας του στον Κρίστιαν και είχα κάνει κι εγώ το ίδιο. Το μεγαλύτερο μέρος πήγαινε στα φυσικά μου παιδιά βέβαια και έπρεπε σύντομα να κάνω τροποποιήσεις και να συμπεριλάβω και τον Τσάρλι. Αλλά δεν μπορούσα να μη δώσω κάτι στον Κρίστιαν γιατί με το δικό μου τρόπο τον αγαπούσα σαν να ήταν αληθινός γιος μου. Είχε το όνομα των Κάλλεν βέβαια, δεν άλλαξε ποτέ η υπόσταση της υιοθεσίας αλλά νομίζω ότι και ο ίδιος το προτιμούσε. Και ίσως ο λόγος που το προτιμούσε ήταν ότι δεν είχε το ίδιο όνομα με την Ελίζαμπεθ. Ένας Θεός ξέρει πόσο καιρό τα αισθήματα ήταν διαφορετικά ανάμεσα σε εκείνον και την αδελφή του.

‘Φοβάσαι για τα σχόλια και τις αντιδράσεις του κόσμου;’ Ρώτησε τότε η Μπέλλα.

‘Όχι.’ Είπα και ήταν αλήθεια. ‘Απλά μεγάλωσαν μαζί μέσα στο σπίτι μας. Για εμένα είναι πολύ δύσκολο να το δω διαφορετικά.’

‘Προσπάθησε να μπεις στη θέση του. Αν είχες μεγαλώσει υιοθετημένος μέσα στο σπίτι μου και με ήξερες από την ημέρα που γεννιόμουν;’ Η σκέψη αυτή με έκανε να ανατριχιάσω. Ήξερα πως η μοίρα μου ήταν η Μπέλλα, όποτε τη συναντούσα, από τη στιγμή που θα γινόταν αυτό θα ήξερα ότι ήταν η γυναίκα της ζωής μου. Άραγε έτσι ένιωθε ο Κρίστιαν για την Ελίζαμπεθ; Δεν μπορούσα να το ξέρω και ίσως και να μην το μάθαινα ποτέ.

‘Θα κρατήσω την υπόσχεση μου, θα προσπαθήσω.’ Παρέδωσα τα όπλα.

‘Θα δεις ότι αυτή είναι η σωστή απόφαση.’ Τα χείλη της έψαξαν για τα δικά μου και μόλις τα βρήκαν ενώθηκαν.

‘Σ’ αγαπώ Ιζαμπέλα Μαρί Σουάν. Είσαι τα πάντα για εμένα. Με βγάζεις πάντα από το αδιέξοδο, με κάνεις να βλέπω πάντα την καλή πλευρά των πραγμάτων.’

‘Κι εγώ Σ’ αγαπώ Έντουαρντ. Το ξέρεις ότι τίποτα και κανένας δεν θα το αλλάξει αυτό ποτέ. Και σ’ αγαπώ ακόμα περισσότερο επειδή μέσα σου κρύβεις μία χρυσή καρδιά. Στ’ αλήθεια όταν μπήκες μέσα απόψε είχες πολύ διαφορετική έκφραση.’ Δεν ήθελα να το σκέφτομαι, δεν μου είχε περάσει ακόμα ο θυμός. Η έκπληξη ήταν πολύ μεγάλη. ‘Ο χρόνος περνά γρήγορα, ο κόσμος προχωρά με ταχύτατους ρυθμούς και είμαι ευγνώμων που κατάργησαν τον κορσέ!’ Μου χαμογέλασε.

‘Η κατάργηση του κορσέ δεν σημαίνει ότι έχει κάνει τα μυαλά μου να αλλάξουν Μπέλλα.’ Την προειδοποίησα.

‘Θυμάσαι όταν ο πατέρας σου, σου επέβαλε να με παντρευτείς χωρίς να με γνωρίζεις; Θα ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο στα παιδιά σου;’

‘Πίστεψε με, αυτό ήταν ότι καλύτερο είχε κάνει ποτέ ο πατέρας μου.’ Είχαν περάσει περίπου δέκα χρόνια από τον θάνατο του και τελικά όταν έφτασε εκείνη ημέρα κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ήταν ένας καλός πατέρας. Δύστροπος, πεισματάρης, ισχυρογνώμον και πιεστικός αλλά καλός οικογενειάρχης και σύζυγος. Στη μητέρα μου στοίχισε υπερβολικά ο θάνατος του, δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα ρούχα και θρήνησε για αρκετό καιρό. Δεν το αντιλαμβανόμουν όταν ήμουν μικρότερος αλλά διαπίστωσα ότι οι δυό τους αγαπιόντουσαν πολύ. Και ήταν και ο δικός τους γάμος προκαθορισμένος, μία συμφωνία. ‘Δεν έχει σημασία πως γνωρίζεις κάποιον. Για το μόνο λόγο που μετανιώνω είναι που εναντιώθηκα τότε στην απόφαση του και δεν δέχτηκα να σε γνωρίσω νωρίτερα.’

‘Αν όμως ήμουν κάποια άλλη; Αν ήμουν ας πούμε η Τζέσικα Στάνλευ;’ Έβαλα τα γέλια κάνοντας το κρεβάτι να τρανταχτεί. ‘Θα τον ξυπνήσεις πάλι!’ Με προειδοποίησε η Μπέλλα.

‘Η Τζέσικα Στάνλευ αγάπη μου είχε τη χειρότερη φήμη σε όλη την πόλη. Είχα αρκετούς φίλους που…’ Σκέπασε το στόμα μου με τα δάχτυλα της.

‘Δεν θέλω να μάθω.’ Με προειδοποίησε.

‘Ο καημένος ο Μάικ,’ Συνέχισα να γελάω απτόητος, ‘όλοι το ξέρουν πως η γυναίκα του σαλιαρίζει δεξιά και αριστερά. Νομίζω πως κι ο ίδιος το ξέρει πλέον.’

‘Άρα είναι και θέμα τύχης.’ Η Μπέλλα έβαλε το μωρό πάλι στην κούνια του.

‘Ξέρεις κάτι; Μιλήσαμε πολύ απόψε και είμαι πολύ κουρασμένος. Θα κρατήσω την υπόσχεση μου, με κατάφερες πάλι. Αλλά δεν σου κρύβω ότι δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος με αυτό. Μέσα μου μοιάζει λάθος.’

‘Δεν είμαστε αυτοί που θα το κρίνουν αυτό.’ Τα μάτια της με κοίταξαν πάλι ικετευτικά.

‘Έλα κοντά μου.’ Την παρακάλεσα και αμέσως ανταποκρίθηκε. ‘Όσο έχω εσένα δίπλα μου κυρία Μέισεν είμαι σε θέση να τα αντιμετωπίσω όλα.’

‘Άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν μόνα τους αγάπη μου. Θα είμαστε πάντα δίπλα τους σε ότι κι αν χρειαστούν έτοιμοι να τους δώσουμε τη συμβουλή μας και την αγάπη μας αλλά μέχρι εκεί. Δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στον άνεμο.’ Τα λόγια της με γαλήνεψαν και έχοντας τη μέσα στην αγκαλιά μου για άλλη μία φορά ένιωσα ευτυχισμένος. Για τη δική της χάρη θα πήγαινα κόντρα στον άνεμο, θα προσπαθούσα ακόμα να αλλάξω και τον τρόπο που σκέφτομαι. Ήταν η πυξίδα της ζωής μου και ακολουθούσα πάντα την πορεία που μου έδειχνε βέβαιος πως στο τέλος θα έβρισκα τον προορισμό μου, την απόλυτη ευτυχία. 

1 comment:

Eli-rose said...

Μα καλά τι θα βρεις ακόμη για να τον βασανισεις τον καημένο τον Εντουαρντ!!Παιδιά δεν είχε ταλαιπωρούνταν,παιδιά απέκτησε πάλι τυραννιέται ο χριστιανός!!Δείξει έλεος τον έχει λυπηθει η ψυχή μου...χαχαχα:-P